Είναι η εμμηνόπαυση η στιγμή που μια γυναίκα αρχίζει να «γερνά»; Παρότι οι δύο έννοιες συχνά συνδέονται, δεν περιγράφουν την ίδια βιολογική διαδικασία. Η εμμηνόπαυση αποτελεί ένα φυσιολογικό στάδιο στη ζωή της γυναίκας, ενώ η γήρανση είναι μια συνεχής διαδικασία που εξελίσσεται σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής. Επειδή, όμως, η εμμηνόπαυση εμφανίζεται σε μια ηλικία κατά την οποία ορισμένες αλλαγές του οργανισμού γίνονται περισσότερο αισθητές, συμπτώματα και μεταβολές που σχετίζονται με διαφορετικούς παράγοντες μπορεί να αποδίδονται συλλήβδην στις ορμόνες. Η κα Καίτη Αντωνοπούλου, Γενική Γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης, εξηγεί τι πραγματικά αλλάζει κατά την εμμηνόπαυση, πού συναντά τη φυσιολογική διαδικασία της γήρανσης και γιατί η νέα αυτή περίοδος της ζωής δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα «τέλος».
Η εμμηνόπαυση δεν είναι συνώνυμο της γήρανσης
Για πολλές γυναίκες, η λέξη «εμμηνόπαυση» εξακολουθεί να συνοδεύεται από φόβο και αβεβαιότητα. Όπως επισημαίνει η κα Αντωνοπούλου, συχνά συνδέεται λανθασμένα με τη γήρανση, την απώλεια της θηλυκότητας, της ενέργειας ή της ποιότητας ζωής, αποτελώντας έναν από τους πιο επίμονους μύθους γύρω από τη γυναικεία υγεία.
Η πραγματικότητα, σύμφωνα με την ίδια, είναι διαφορετική. Η εμμηνόπαυση δεν είναι ασθένεια ούτε σηματοδοτεί το τέλος της νεότητας ή της δραστήριας ζωής. Αποτελεί μια φυσιολογική βιολογική μετάβαση που σηματοδοτεί το τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου και την αρχή μιας νέας φάσης, η οποία μπορεί να είναι εξίσου δημιουργική, παραγωγική και ουσιαστική.
Τι είναι η εμμηνόπαυση και πότε εμφανίζεται
Όπως εξηγεί η κα Αντωνοπούλου, η εμμηνόπαυση ορίζεται ως η οριστική διακοπή της εμμήνου ρύσεως για δώδεκα συνεχόμενους μήνες και συνήθως εμφανίζεται μεταξύ 45 και 55 ετών, με μέση ηλικία εμφάνισης τα 51 έτη.
Η σταδιακή μείωση των οιστρογόνων και της προγεστερόνης μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα όπως εξάψεις, νυχτερινές εφιδρώσεις, διαταραχές ύπνου, μεταβολές στη διάθεση, δυσκολία συγκέντρωσης ή κολπική ξηρότητα. Ωστόσο, κάθε γυναίκα βιώνει την εμμηνόπαυση διαφορετικά και η ένταση των συμπτωμάτων μπορεί να διαφέρει σημαντικά από άτομο σε άτομο.
Η γήρανση, από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια φυσική διαδικασία που εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Περιλαμβάνει σταδιακές αλλαγές στον οργανισμό, οι οποίες επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, όπως η κληρονομικότητα, η διατροφή, η φυσική δραστηριότητα, ο ύπνος, το κάπνισμα και η συνολική κατάσταση της υγείας.
Γιατί συγχέονται εμμηνόπαυση και γήρανση
Η σύγχυση μεταξύ εμμηνόπαυσης και γήρανσης, σύμφωνα με την κα Αντωνοπούλου, οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι δύο αυτές διαδικασίες συμπίπτουν χρονικά. Επειδή η εμμηνόπαυση εμφανίζεται σε μια περίοδο κατά την οποία αρχίζουν να γίνονται πιο αισθητές ορισμένες αλλαγές του οργανισμού, συχνά θεωρείται λανθασμένα ότι ευθύνεται για όλες τις μεταβολές που παρατηρούνται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υγεία των οστών. Η μείωση των οιστρογόνων μετά την εμμηνόπαυση μπορεί να επιταχύνει την απώλεια οστικής μάζας. Ωστόσο, η μείωση της οστικής πυκνότητας αποτελεί και μέρος της φυσιολογικής διαδικασίας της γήρανσης.
Αντίστοιχα, η αύξηση του σωματικού βάρους ή του κοιλιακού λίπους δεν οφείλεται αποκλειστικά στις ορμονικές αλλαγές, αλλά επηρεάζεται επίσης από τη μείωση της φυσικής δραστηριότητας και τις μεταβολές του μεταβολισμού που συμβαίνουν με την ηλικία.
Τι συμβαίνει με την καρδιαγγειακή υγεία
Παρόμοια είναι η εικόνα και για την καρδιαγγειακή υγεία. Όπως αναφέρει η κα Αντωνοπούλου, τα οιστρογόνα φαίνεται να ασκούν προστατευτική δράση στο καρδιαγγειακό σύστημα κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ζωής της γυναίκας.
Μετά την εμμηνόπαυση, ο κίνδυνος καρδιαγγειακών νοσημάτων αυξάνεται σταδιακά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ευθύνεται αποκλειστικά η εμμηνόπαυση. Η ηλικία, η αρτηριακή πίεση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία και το κάπνισμα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο.
Εμμηνόπαυση και ψυχική ευεξία
Η εμμηνόπαυση μπορεί επίσης να συνοδεύεται από συναισθηματικές μεταβολές, όπως αυξημένο άγχος, ευερεθιστότητα ή μεταβολές στη διάθεση.
Ωστόσο, η κα Αντωνοπούλου υπενθυμίζει ότι σε αυτή τη φάση της ζωής πολλές γυναίκες διαχειρίζονται παράλληλα επαγγελματικές υποχρεώσεις, οικογενειακές ευθύνες, τη φροντίδα ηλικιωμένων γονέων ή σημαντικές αλλαγές στις προσωπικές τους σχέσεις. Όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν τη συνολική ψυχική ευεξία και δεν θα πρέπει να αποδίδονται όλες οι αλλαγές αποκλειστικά στις ορμονικές μεταβολές.
Η φροντίδα της υγείας μετά την εμμηνόπαυση
Σύμφωνα με την κα Αντωνοπούλου, η ποιότητα ζωής μετά την εμμηνόπαυση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις επιλογές που κάνουμε για την υγεία μας. Η τακτική άσκηση, η ισορροπημένη διατροφή, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η αποφυγή του καπνίσματος, η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D και οι τακτικοί προληπτικοί έλεγχοι αποτελούν σημαντικά εργαλεία για τη διατήρηση της υγείας και της λειτουργικότητας.
Άλλωστε, όπως υπογραμμίζει, σήμερα οι γυναίκες περνούν σχεδόν το ένα τρίτο της ζωής τους μετά την εμμηνόπαυση. Πρόκειται για μια περίοδο που μπορεί να περιλαμβάνει επαγγελματική καταξίωση, προσωπική ανάπτυξη, ταξίδια, νέες εμπειρίες, κοινωνική συμμετοχή και περισσότερο χρόνο για τον εαυτό τους.
Ένα νέο στάδιο ζωής, όχι το τέλος της διαδρομής
Το κεντρικό μήνυμα της κας Αντωνοπούλου είναι σαφές: η εμμηνόπαυση δεν είναι το τέλος της διαδρομής. Είναι μια φυσιολογική μετάβαση σε ένα νέο στάδιο ζωής, το οποίο μπορεί να συνοδεύεται από υγεία, ενεργητικότητα και ποιότητα ζωής. Η σωστή ενημέρωση μπορεί να βοηθήσει τις γυναίκες να διαχωρίσουν τις πραγματικές αλλαγές που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση από τους μύθους που εξακολουθούν να την περιβάλλουν και να αντιμετωπίσουν αυτή τη φάση με μεγαλύτερη γνώση και αυτοπεποίθηση.
Παράλληλα, η εμπειρία της εμμηνόπαυσης δεν είναι ίδια για όλες τις γυναίκες. Συμπτώματα που επηρεάζουν την καθημερινότητα ή την ποιότητα ζωής δεν χρειάζεται να θεωρούνται κάτι που μια γυναίκα οφείλει απλώς να υπομένει. Η συζήτηση με τον κατάλληλο επαγγελματία υγείας μπορεί να βοηθήσει στην αξιολόγηση των συμπτωμάτων, των ατομικών παραγόντων κινδύνου και των διαθέσιμων επιλογών αντιμετώπισης. Η ενημέρωση και η εξατομικευμένη φροντίδα μπορούν, έτσι, να μετατρέψουν αυτή τη φυσιολογική μετάβαση από μια περίοδο αβεβαιότητας σε μια νέα φάση συνειδητής φροντίδας της υγείας.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ
