Οι χαμηλές θερμοκρασίες δεν επηρεάζουν μόνο τη διάθεση και την καθημερινότητα, αλλά φαίνεται πως μπορούν να έχουν αντίκτυπο και στη σεξουαλική υγεία των ανδρών. Καθώς οι κρύες ημέρες επιμένουν, ειδικοί στρέφουν την προσοχή σε έναν λιγότερο προφανή παράγοντα που ενδέχεται να επηρεάζει τη στυτική λειτουργία, αναδεικνύοντας τη στενή σχέση μεταξύ περιβάλλοντος, οργανισμού και συνολικής υγείας.
Παρότι η άνοιξη έχει ήδη κάνει την εμφάνισή της, οι χαμηλές θερμοκρασίες επιμένουν και αρκετοί άνδρες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη στυτική λειτουργία. Αν και τα αίτια δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, τα προβλήματα στύσης συχνά συνδέονται με τη συνολική επιβάρυνση της σωματικής και ψυχικής υγείας που προκαλεί το ψύχος.
Παράγοντες όπως η επιδείνωση ορισμένων νοσημάτων, οι ορμονικές μεταβολές, αλλά και η μειωμένη ενέργεια και διάθεση φαίνεται να καθιστούν δυσκολότερη την επίτευξη ικανοποιητικής στύσης κατά τους ψυχρούς μήνες. Το φαινόμενο αυτό, που συχνά περιγράφεται ως «χειμερινή στυτική δυσλειτουργία», μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη σχέση των ζευγαριών και να δημιουργήσει εντάσεις.
«Υπολογίζεται ότι τον περασμένο χρόνο η στυτική δυσλειτουργία επηρέασε περίπου 350 εκατομμύρια άνδρες σε όλο τον κόσμο. Όπως πολλές χρόνιες παθήσεις, είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης και αλληλεπίδρασης πολλαπλών παραγόντων κινδύνου και όχι μόνο ενός. Για την εμφάνισή της μπορεί να ευθύνεται ένας συνδυασμός σωματικών, ψυχολογικών και παραγόντων του τρόπου ζωής που διαταράσσουν τη ροή του αίματος, τα νευρικά σήματα ή τις ορμόνες.
Στις κύριες σωματικές αιτίες περιλαμβάνονται οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση και η παχυσαρκία. Ψυχολογικοί παράγοντες, όπως το στρες, το άγχος ή η κατάθλιψη, καθώς και το κάπνισμα και ορισμένα φάρμακα, συμβάλλουν επίσης στην εμφάνιση, όπως και στην επιδείνωσή της στυτικής λειτουργίας», εξηγεί ο Επιστημονικός Υπεύθυνος της Menclinic Χειρουργός Ανδρολόγος Ουρολόγος Δρ Αναστάσιος Λιβάνιος.
Η εποχική επιδείνωση της στυτικής δυσλειτουργίας φαίνεται να σχετίζεται κυρίως με ήδη υπάρχουσες παθήσεις, οι οποίες επιδεινώνονται σε συνθήκες χαμηλών θερμοκρασιών. Μεταξύ αυτών, η υπέρταση ξεχωρίζει ως ένας από τους βασικότερους παράγοντες, ενώ ακολουθεί ο σακχαρώδης διαβήτης.
Σε περιόδους ψύχους, η αρτηριακή πίεση τείνει να αυξάνεται, καθώς τα αιμοφόρα αγγεία συστέλλονται και το αίμα κατευθύνεται προς τα ζωτικά όργανα, προκειμένου να διατηρηθεί η θερμοκρασία του σώματος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη αιμάτωση σε περιοχές όπως τα άκρα και το πέος, γεγονός που μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας.
Η χρόνια υπέρταση προκαλεί βλάβες στα αγγεία και μειώνει τη ροή αίματος που είναι απαραίτητη για την επίτευξη στύσης. Επιπλέον, ορισμένα αντιυπερτασικά φάρμακα ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη στυτική λειτουργία.
Παράλληλα, η αγγειοσυστολή αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό και τη συνολική καταπόνηση της καρδιάς. Οι άνδρες με στεφανιαία νόσο αναφέρουν συχνότερα προβλήματα στύσης. Είναι αξιοσημείωτο ότι η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να προηγείται της διάγνωσης στεφανιαίας νόσου κατά 2-3 χρόνια και ενός σοβαρού καρδιαγγειακού επεισοδίου κατά 3-5 χρόνια. Επιπλέον, τα καρδιαγγειακά νοσήματα εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα τους χειμερινούς μήνες, με τα περιστατικά να είναι κατά 10-20% περισσότερα σε σχέση με το καλοκαίρι.
Ανάλογες εποχικές μεταβολές παρατηρούνται και στον σακχαρώδη διαβήτη. Οι χαμηλές θερμοκρασίες δυσχεραίνουν τη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, ενώ η μειωμένη φυσική δραστηριότητα αυξάνει την αντίσταση στην ινσουλίνη. Παράλληλα, οι λοιμώξεις και οι ορμονικές αλλαγές, καθώς και τα χαμηλότερα επίπεδα βιταμίνης D, συμβάλλουν στη δυσκολία ελέγχου της νόσου.
Ο διαβήτης αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για στυτική δυσλειτουργία, καθώς επηρεάζει τόσο τα νεύρα όσο και τα αιμοφόρα αγγεία. Υπολογίζεται ότι επηρεάζει το 35-75% των ανδρών με διαβήτη, ενώ τα συμπτώματα εμφανίζονται συχνά 10-15 χρόνια νωρίτερα σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.
Επιπλέον, οι χαμηλές θερμοκρασίες ενδέχεται να μειώνουν τα επίπεδα τεστοστερόνης, μιας βασικής ορμόνης για τη σεξουαλική επιθυμία και διέγερση. Έρευνες δείχνουν ότι τα επίπεδα της ορμόνης είναι χαμηλότερα τους χειμερινούς μήνες σε σχέση με το καλοκαίρι, παραμένοντας ωστόσο εντός φυσιολογικών ορίων.
Η ψυχική κατάσταση αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα. Οι μικρότερες ημέρες και ο περιορισμός των δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς χώρους επηρεάζουν αρνητικά τη διάθεση. Η αυξημένη εμφάνιση μελαγχολίας και κατάθλιψης μπορεί να μειώσει τη λίμπιντο και να επιβαρύνει περαιτέρω τη σεξουαλική λειτουργία.
Τα καταθλιπτικά συμπτώματα επηρεάζουν όχι μόνο τη σεξουαλική επιθυμία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνδρες αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων τους. Επιπλέον, ορισμένες φαρμακευτικές αγωγές για την κατάθλιψη ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη στυτική λειτουργία.
Παράλληλα, κατά τους χειμερινούς μήνες συχνά υιοθετούνται λιγότερο υγιεινές συνήθειες, όπως κακή διατροφή, μειωμένη άσκηση και αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ, που οδηγούν σε αύξηση του σωματικού βάρους και ενισχύουν τον κίνδυνο εμφάνισης στυτικής δυσλειτουργίας.
«Μερικές φορές η επιδείνωση των συμπτωμάτων της στυτικής λειτουργίας είναι ένδειξη υποκείμενων προβλημάτων, όπως καρδιαγγειακές παθήσεις, διαβήτης ή κακός τρόπος ζωής, που είναι απλώς λιγότερο ορατά όταν οι θερμοκρασίες είναι υψηλότερες.
Η αιτία των επανειλημμένων περιστατικών στυτικής δυσλειτουργίας θα πρέπει να ελέγχεται από ειδικό, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι υποκείμενες αιτίες. Η δε επανάκτηση της στυτικής δύναμης μπορεί να γίνει μέσω της θεραπείας με κρουστικά κύματα – μια μέθοδο που χρησιμοποιείται τα τελευταία 20 χρόνια με μεγάλη επιτυχία στην καρδιολογία για τη θεραπεία ισχαιμικών περιοχών της καρδιάς, αυξάνοντας τη ροή του αίματος.
Η καινοτόμος αυτή τεχνολογία εφαρμόζεται πλέον και στο πέος. Εστιάζοντας στα αγγεία του, προάγει τη νεοαγγειογένεση, αυξάνοντας έτσι τη ροή του αίματος προς αυτό. Είναι μια απολύτως ασφαλής και ανώδυνη μέθοδος που μπορεί να χαρίσει φυσιολογικές σεξουαλικές επαφές χωρίς να χρειάζονται φάρμακα ή ενέσεις», καταλήγει ο δρ Λιβάνιος.
Σε κάθε περίπτωση, η στυτική δυσλειτουργία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα παροδικό ή αμιγώς εποχικό φαινόμενο. Η έγκαιρη αξιολόγηση από ειδικό μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό πιθανών υποκείμενων προβλημάτων και στην επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης. Η υιοθέτηση υγιεινών συνηθειών και η σωστή ιατρική καθοδήγηση αποτελούν βασικά βήματα για τη διατήρηση της σεξουαλικής υγείας και της συνολικής ευεξίας.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

