Για πολλούς ανθρώπους, η ιδέα του laser για τη διόρθωση της μυωπίας συνδέεται σχεδόν αυτόματα με τις νεότερες ηλικίες. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η ανάγκη για καθαρή όραση παραμένει, αλλά μετά τα 40 αρχίζει να κάνει την εμφάνισή της και η πρεσβυωπία; Μπορεί κάποιος να απαλλαγεί από τη μυωπία του σε αυτή τη φάση της ζωής του ή η ηλικία και οι φυσιολογικές αλλαγές του ματιού αποτελούν πλέον ανασταλτικό παράγοντα; Η σύγχρονη οφθαλμολογία προσφέρει σήμερα περισσότερες επιλογές απ’ όσες ίσως πιστεύουν πολλοί, με τις διαθλαστικές επεμβάσεις να μην αφορούν αποκλειστικά τους νεότερους, αλλά και ανθρώπους μέσης ηλικίας που θέλουν να βελτιώσουν ουσιαστικά την ποιότητα της όρασής τους.
Παρότι οι επεμβάσεις μυωπίας με λέιζερ έχουν ταυτιστεί κυρίως με άτομα νεότερης ηλικίας —συνήθως 20 έως 30 ετών— που επιθυμούν να απαλλαγούν από τα γυαλιά ή τους φακούς επαφής, τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι μεσήλικες αναζητούν απαντήσεις στο ερώτημα αν οι συγκεκριμένες επεμβάσεις μπορούν να αποτελέσουν λύση και για τους ίδιους.
Η απάντηση είναι θετική. Όχι μόνο είναι εφικτή η οριστική διόρθωση της μυωπίας και σε αυτή την ηλικιακή φάση, αλλά οι άνθρωποι ηλικίας 40 έως 59 ετών συγκαταλέγονται πλέον στις ταχύτερα αυξανόμενες πληθυσμιακές ομάδες που επιλέγουν να προχωρήσουν σε τέτοιου τύπου επέμβαση.
«Οι παρανοήσεις που συνοδεύουν τις διαθλαστικές επεμβάσεις των ματιών με λέιζερ είναι πολλές. Μία από τις μεγαλύτερες είναι πως όσοι φτάνουν και ξεπερνούν την ηλικία των 40 χάνουν αναπόφευκτα τη δυνατότητα διόρθωσης με laser επειδή θα εκδηλώσουν πρεσβυωπία και επομένως θα χρειάζονται πάλι γυαλιά. Η πραγματικότητα όμως είναι πως τέτοιου είδους απόψεις ίσχυαν παλαιότερα, αλλά όχι πια», αναφέρει ο Δρ. Κωνσταντίνος X. Καραμπάτσας, Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Αναπληρωτής Καθηγητής Οφθαλμολογίας Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, Διδάκτωρ και Λέκτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Bristol, στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η πρεσβυωπία αποτελεί φυσιολογικό μέρος της διαδικασίας γήρανσης. Πρόκειται για τη σταδιακή μείωση της ικανότητας του οφθαλμού να εστιάζει καθαρά σε κοντινά αντικείμενα. Τα πρώτα σημάδια δυσκολίας στην κοντινή όραση εμφανίζονται συνήθως μεταξύ 40 και 45 ετών, καθώς ο φυσικός φακός του ματιού αρχίζει να σκληραίνει και δεν μπορεί πλέον να αλλάζει με την ίδια ευκολία σχήμα, ώστε να εξυπηρετεί την εστίαση σε μικρές αποστάσεις.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, στους άνδρες η πρεσβυωπία εμφανίζεται κατά κανόνα λίγο αργότερα. Ωστόσο, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, η εξέλιξή της συνεχίζεται συνήθως έως περίπου την ηλικία των 55-60 ετών, οπότε και σταθεροποιείται.
«Κατά το παρελθόν, οι επεμβάσεις για τη μυωπία με λέιζερ είχαν σημαντικούς περιορισμούς. Όσοι για παράδειγμα είχαν υψηλή ή επιπλεγμένη μυωπία δεν μπορούσαν να υποβληθούν σε αυτές. Το ίδιο και όσοι έπασχαν από πρεσβυωπία. Η πρόοδος της ιατρικής τεχνολογίας, όμως, άλλαξε ριζικά την κατάσταση. Στις μέρες μας, διαθλαστικές επεμβάσεις με λέιζερ όπως η LASIK και η PRK είναι πολύ αποτελεσματικές για τη διόρθωση της μυωπίας και ταυτοχρόνως της πρεσβυωπίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι κερατοειδείς χιτώνες των ματιών είναι υγιείς και έχουν σταθερή ανατομική δομή.
Η θεραπεία σήμερα προσαρμόζεται στις ξεχωριστές ανάγκες κάθε υποψηφίου. Μπορεί π.χ. να εφαρμοστεί μία εξειδικευμένη τεχνική LASIK (PresbyLasik) που σμιλεύει τον κερατοειδή με τρόπο ώστε να παρέχει πολυεστιακή όραση.
Μία άλλη επιλογή είναι, αντί να διορθωθεί μόνο η μακρινή όραση (δηλαδή η μυωπία), να χρησιμοποιηθεί συνδυαστική τεχνική (monovision), με το κυρίαρχο μάτι να τελειοποιείται για την όραση σε απόσταση και το άλλο να υποδιορθώνεται λίγο, ώστε να αντιρροπήσει την πρεσβυωπία. Ο εγκέφαλος προσαρμόζεται σε αυτή τη συνθήκη, επιλέγοντας από το κάθε μάτι την καθαρότερη εικόνα, κι έτσι ο ασθενής αποκτά καλή διόφθαλμη όραση χωρίς διορθωτικά γυαλιά. Με την τεχνική monovision μπορεί επίσης να διορθωθούν η υπερμετρωπία και ο αστιγματισμός.
Επειδή, όμως, η πρεσβυωπία εξελίσσεται έως τα 55-60 έτη, μπορεί να χρειασθεί συμπληρωματικό λέιζερ μέσα σε μία πενταετία», διευκρινίζει ο κ. Καραμπάτσας.
Επιπλέον, υπάρχει και η δυνατότητα εμφύτευσης πολυεστιακών ενδοφακών ή ενδοφακών EDOF, οι οποίοι αντικαθιστούν τον φυσικό φακό του οφθαλμού και μπορούν να διορθώσουν ταυτόχρονα περισσότερα από ένα διαθλαστικά σφάλματα. Ένα επιπλέον πλεονέκτημα αυτής της επιλογής για τη μυωπία και την πρεσβυωπία είναι ότι ο ενδιαφερόμενος δεν χρειάζεται να ανησυχεί για την εμφάνιση καταρράκτη στο μέλλον, αφού ο φυσικός φακός του ματιού έχει ήδη αντικατασταθεί.
Η διόρθωση της μυωπίας και της πρεσβυωπίας με λέιζερ ή με ενδοφακούς διαφορετικών τύπων είναι κατάλληλη για ενδιαφερομένους που δεν πάσχουν από ενεργή οφθαλμοπάθεια, όπως για παράδειγμα από προχωρημένο γλαύκωμα ή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας. Παράλληλα, απαραίτητο είναι να υπάρχουν ρεαλιστικές προσδοκίες, καθώς η φυσική διαδικασία της γήρανσης συνεχίζεται και δεν αποκλείεται να χρειαστούν στο μέλλον γυαλιά πρεσβυωπίας μικρού βαθμού, κυρίως για την ανάγνωση πολύ μικρών γραμμάτων.
«Η ουσία της υπόθεσης είναι ότι δεν υπάρχει πια ανώτατο ηλικιακό όριο για τις διαθλαστικές επεμβάσεις στα μάτια. Η πρόοδος της τεχνολογίας σημαίνει καλύτερα αποτελέσματα, με μειωμένο κίνδυνο επιπλοκών όπως οι λάμψεις και η άλως, αφού τα λέιζερ που χρησιμοποιούνται πλέον είναι πιο ακριβή και “φιλικά” προς τα μάτια από ποτέ. Ακόμα, όμως, κι αν ένας ενδιαφερόμενος δεν είναι κατάλληλος υποψήφιος για λέιζερ, μπορεί να έχει την επιλογή των τεχνητών ενδοφακών που διορθώνουν σε πολλαπλά επίπεδα την όραση. Οι καινοτομίες αυτές επιτρέπουν την προσαρμογή της προτεινόμενης θεραπείας σε κάθε ασθενή ξεχωριστά, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά ελκυστικές τις επεμβάσεις αυτές μετά τα 40», καταλήγει ο κ. Καραμπάτσας.
Η ηλικία των 40 δεν φαίνεται πλέον να αποτελεί από μόνη της εμπόδιο για τη διόρθωση της μυωπίας, ακόμη και όταν η πρεσβυωπία έχει ήδη αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της. Οι εξελίξεις στη διαθλαστική χειρουργική και στους ενδοφακούς έχουν διευρύνει σημαντικά τις διαθέσιμες επιλογές, επιτρέποντας πιο εξατομικευμένες λύσεις με βάση τις ανάγκες, το ιστορικό και τα χαρακτηριστικά κάθε οφθαλμού. Το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει η σωστή αξιολόγηση από τον ειδικό, ώστε να επιλεγεί η κατάλληλη μέθοδος και να διαμορφωθούν ρεαλιστικές προσδοκίες για το αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, η ενημέρωση και η εξατομικευμένη ιατρική προσέγγιση είναι εκείνες που μπορούν να καθορίσουν αν και ποια λύση ταιριάζει πραγματικά σε κάθε ενδιαφερόμενο.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

