Ο φόβος γύρω από την αρθροπλαστική γόνατος εξακολουθεί να προβληματίζει πολλούς ασθενείς, συχνά περισσότερο απ’ όσο δικαιολογούν τα σύγχρονα ιατρικά δεδομένα. Είναι πράγματι τόσο δύσκολη η αποκατάσταση; Πόσο επώδυνη είναι η επέμβαση και μπορεί τελικά ο ασθενής να επιστρέψει σε μια φυσιολογική καθημερινότητα; Οι ανησυχίες αυτές σχετίζονται κυρίως με τη μετεγχειρητική πορεία, την αποτελεσματικότητα της επέμβασης και το επίπεδο λειτουργικότητας μετά το χειρουργείο, ενώ συχνά ενισχύονται από συγκρίσεις με την αρθροπλαστική ισχίου από ανθρώπους που έχουν υποβληθεί και στις δύο επεμβάσεις. Ωστόσο, η εξέλιξη των χειρουργικών τεχνικών και της ρομποτικής υποβοήθησης έχει αλλάξει σημαντικά τα δεδομένα, προσφέροντας υψηλά ποσοστά επιτυχίας και ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Αν και ορισμένες από αυτές τις ανησυχίες έχουν πραγματική βάση, δεν αφορούν την αποτελεσματικότητα της επέμβασης. Τόσο η αρθροπλαστική γόνατος όσο και η αρθροπλαστική ισχίου επιτυγχάνουν τον βασικό τους στόχο: τη σημαντική μείωση του πόνου και την αποκατάσταση της κινητικότητας. Ωστόσο, πρόκειται για δύο διαφορετικές επεμβάσεις, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όσον αφορά τη χειρουργική τεχνική, την ανάρρωση και την αποκατάσταση.
Η σύγχρονη εμπειρία δείχνει ότι, όταν η επέμβαση πραγματοποιείται την κατάλληλη χρονική στιγμή, από έμπειρους και εξειδικευμένους χειρουργούς, με εφαρμογή σύγχρονων τεχνικών, η αρθροπλαστική γόνατος παρουσιάζει εξαιρετικά ποσοστά επιτυχίας στη μεγάλη πλειονότητα των ασθενών, χωρίς ουσιαστικό λόγο φόβου.
«Οι αρθρώσεις του ισχίου και του γόνατος δέχονται το μεγαλύτερο βάρος του σωματικού βάρους ενός ατόμου, καθιστώντας τες ιδιαίτερα ευάλωτες στη φθορά. Με την πάροδο του χρόνου, παθήσεις όπως η οστεοαρθρίτιδα και η ρευματοειδής αρθρίτιδα μπορούν να τις βλάψουν και να προκαλέσουν πόνο και δυσκαμψία, δυσχεραίνοντας τις καθημερινές λειτουργίες, όπως το περπάτημα, το ανέβασμα σκάλας ή ακόμα και την ορθοστασία», σημειώνει ο εξειδικευμένος στις αρθροπλαστικές ισχίου & γόνατος Ορθοπεδικός Χειρουργός Δρ Αθανάσιος Τσουτσάνης.
Στα πρώτα στάδια, η αντιμετώπιση των εκφυλιστικών παθήσεων είναι κατά κανόνα συντηρητική.
«Η αντιμετώπιση στα αρχικά στάδια είναι συντηρητική και περιλαμβάνει παυσίπονα (τοπικά και συστηματικά), ενέσεις στεροειδών και υαλουρονικού οξέος, PRP, φυσικοθεραπεία και τροποποίηση δραστηριοτήτων, που κατευνάζουν τον πόνο και τη δυσκαμψία. Δεν θεραπεύουν, αφού οι παθήσεις αυτές είναι χρόνιες και διαρκώς επιδεινούμενες. Ο πόνος σε ηρεμία και οι σοβαροί περιορισμοί της κινητικότητας αποτελούν ένδειξη για χειρουργική επέμβαση.
Οι αρθροπλαστικές ισχίου και γόνατος συγκαταλέγονται στις πιο συχνά πραγματοποιούμενες επεμβάσεις για την υποχώρηση των συμπτωμάτων, με απώτερο στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Μελέτες που αποτυπώνουν τις απόψεις των χειρουργημένων ασθενών, βλέποντας και αξιολογώντας τα συμπτώματα, τη λειτουργία και την ευεξία από τη δική τους οπτική γωνία, δείχνουν ότι και οι δύο είναι αποτελεσματικές στην ανακούφιση του πόνου και τη βελτίωση της κινητικότητας», προσθέτει.
Παρά την αποτελεσματικότητα και των δύο επεμβάσεων, η διαφορετική ανατομία ισχίου και γόνατος επηρεάζει τον βαθμό δυσκολίας τόσο του χειρουργείου όσο και της ανάρρωσης. Από αυτή τη διαφοροποίηση προκύπτουν και οι συχνότερες ανησυχίες των ασθενών, οι οποίες σχετίζονται κυρίως με τον μετεγχειρητικό πόνο, τη λειτουργικότητα της άρθρωσης και την πιθανότητα αποτυχίας της επέμβασης.
Σύμφωνα με τον Δρ Τσουτσάνη, είναι σημαντικό οι ασθενείς με εκφυλιστικές παθήσεις του γόνατος να γνωρίζουν τι πραγματικά ισχύει, ώστε να αντιμετωπίζουν την επέμβαση με περισσότερη ασφάλεια και λιγότερο φόβο.
Μετεγχειρητικός πόνος
Συγκριτικά με τους ασθενείς που υποβάλλονται σε αρθροπλαστική ισχίου με τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας, όσοι προχωρούν σε αρθροπλαστική γόνατος με αντίστοιχες σύγχρονες μεθόδους ενδέχεται να βιώσουν εντονότερο πόνο κατά το αρχικό μετεγχειρητικό διάστημα. Αυτό οφείλεται στη διαφορετική και πιο σύνθετη ανατομία της άρθρωσης του γόνατος.
Ωστόσο, όταν η επέμβαση εκτελείται με ακρίβεια, προσεκτικούς χειρισμούς των ιστών και σωστή τοποθέτηση της πρόθεσης —όπως συμβαίνει με την τεχνική ελάχιστης επεμβατικότητας ΜΙΚ και τη ρομποτική υποβοήθηση— ο πόνος περιορίζεται σημαντικά και παραμένει πλήρως διαχειρίσιμος με απλή αναλγητική αγωγή.
Χρόνος ανάρρωσης
Σε γενικές γραμμές, η αποκατάσταση μετά από αρθροπλαστική γόνατος μπορεί να διαρκέσει ελαφρώς περισσότερο συγκριτικά με την αρθροπλαστική ισχίου, με τον πρώτο μετεγχειρητικό μήνα να θεωρείται συχνά πιο απαιτητικός.
Η αποκατάσταση της κινητικότητας απαιτεί μεγαλύτερη συμμετοχή του ασθενούς, κυρίως για την ανάκτηση του εύρους κίνησης. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από στοχευμένες ασκήσεις στο σπίτι, τις οποίες υποδεικνύει ο χειρουργός.
Παρά ταύτα, οι ασθενείς συνήθως δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούν πατερίτσες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και, περίπου έναν μήνα μετά την επέμβαση, μπορούν να επανέλθουν σε βασικές δραστηριότητες, όπως ισχύει και στην αρθροπλαστική ισχίου.
Όσο πιο ακριβής και επιτυχημένη είναι η χειρουργική επέμβαση, τόσο ευκολότερη γίνεται η διαδικασία επανάκτησης της κίνησης και της μυϊκής ενδυνάμωσης.
Παρότι η διάρκεια της ανάρρωσης επηρεάζεται από παράγοντες όπως η ηλικία, η γενική κατάσταση της υγείας και η συμμόρφωση στις μετεγχειρητικές οδηγίες, η διαφορά αυτή μειώνεται σημαντικά όταν εφαρμόζονται τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας, όπως η ΜΙΚ σε συνδυασμό με ρομποτική υποβοήθηση. Στις περιπτώσεις αυτές, το χειρουργικό τραύμα είναι μικρότερο, οι χειρισμοί πιο ακριβείς, δεν απαιτείται μετάγγιση αίματος, διατηρούνται ανέπαφοι οι μύες και οι τένοντες και ο ασθενής κινητοποιείται από την ίδια ημέρα, περιορίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο επιπλοκών, όπως η θρόμβωση.
Κινητικότητα και λειτουργικότητα
Μετά από μια αρθροπλαστική γόνατος, στόχος είναι η άρθρωση να διατηρεί ικανό εύρος κίνησης, αντίστοιχο ή και βελτιωμένο σε σχέση με την προεγχειρητική κατάσταση.
Σε περιπτώσεις όπου υπήρχε ήδη περιορισμός στην κάμψη ή στην πλήρη έκταση του γόνατος πριν από την επέμβαση, ένας εξειδικευμένος χειρουργός αρθροπλαστικών γόνατος μπορεί να επιτύχει σημαντική βελτίωση στην κινητικότητα, επιτρέποντας στον ασθενή να λυγίζει το γόνατό του περισσότερο απ’ ό,τι πριν. Καθοριστικής σημασίας, βέβαια, παραμένει η συνέπεια του ίδιου του ασθενούς στην εκτέλεση των ασκήσεων αποκατάστασης.
Παράλληλα, οι ασθενείς είναι σημαντικό να γνωρίζουν ότι μπορούν να γονατίζουν μετά την επέμβαση. Παρότι αρκετοί διστάζουν —είτε λόγω λανθασμένων αντιλήψεων είτε από φόβο ότι μπορεί να επηρεαστεί το εμφύτευμα— στην πράξη, τουλάχιστον 8 στους 10 ασθενείς κατορθώνουν να γονατίσουν μετά από ολική αρθροπλαστική γόνατος.
«Όταν η επέμβαση πραγματοποιείται από σχολαστικό χειρουργό, με εμπειρία, μετά από προσεκτικό, δοκιμασμένο και ελεγμένο σχεδιασμό, με τεχνικές ελάχιστης επεμβατικότητας και ρομποτική υποβοήθηση, με σωστά εμφυτεύματα που εμφυτεύονται με τη δέουσα φροντίδα, με πρόβλεψη τυχόν επιπλοκών, σε σωστά επιλεγμένους ασθενείς που μετεγχειρητικά θα ακολουθήσουν πιστά τις οδηγίες του γιατρού, τότε η καλή έκβαση της επέμβασης είναι σχεδόν πάντα προδιαγεγραμμένη», καταλήγει ο Δρ Τσουτσάνης.
Η αρθροπλαστική γόνατος δεν αποτελεί πλέον μια επέμβαση που πρέπει να συνοδεύεται από φόβο ή ανασφάλεια, αλλά μια τεκμηριωμένη θεραπευτική επιλογή για ανθρώπους των οποίων η καθημερινότητα περιορίζεται από τον πόνο και τη δυσκαμψία. Η σωστή ενημέρωση, η επιλογή εξειδικευμένου χειρουργού και η πιστή τήρηση των οδηγιών αποκατάστασης μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά σε ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα, επιτρέποντας στον ασθενή να επιστρέψει με μεγαλύτερη άνεση και λειτουργικότητα στις δραστηριότητές του.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

