Ο κερατόκωνος αποτελεί μια μη φλεγμονώδη και προοδευτική λέπτυνση του κερατοειδή, η οποία συνοδεύεται από εκτασία. Ο διεθνής επιστημονικός όρος —και στα αγγλικά— είναι ectasia ή keratectasia, λέξεις με ελληνική ρίζα.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κερατόκωνου (10 Νοεμβρίου), ο Δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, Χειρουργός-Οφθαλμίατρος, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας LaserVision, καθώς και Καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, επισημαίνει:
«Είναι βασική η γνώση πια της Οφθαλμολογίας, ότι για εφήβους και νεαρούς ενήλικες που υπάρχει κάποια συχνή αλληλουχία αλλαγής μυωπικών γυαλιών και ειδικά εάν αυτό συνδυάζεται με σημαντική αλλαγή του αστιγματισμού, πρέπει ο κλινικός της υγείας των ματιών να υποπτευθεί κερατόκωνο. Όπως επίσης και σημαντικές αλλεργίες, ατοπία, η οποία αποτελεί ένα είδος αλλεργίας, εαρινές αλλεργίες στη σχολική ηλικία θα πρέπει να ευαισθητοποιήσουν την παιδιατρική και την οφθαλμολογική φροντίδα, ότι στην αρχή της εφηβείας ο κερατόκωνος αποτελεί μία διαγνωστική αναγκαιότητα».
Ο ίδιος συνεχίζει εξηγώντας ότι τα τελευταία 20 χρόνια, και ειδικότερα μέσα από το έργο της δικής του επιστημονικής ομάδας —γνωστής διεθνώς για τη συμβολή της στην έγκαιρη διάγνωση και στις τεχνικές αντιμετώπισης του κερατόκωνου— έχει γίνει σαφές ότι η πάθηση δεν είναι σπάνια στην Ελλάδα. Όπως αναφέρει:
«…ένας στους δέκα πολίτες σίγουρα έχει, εάν όχι κλινικό κερατόκωνο, σημαντική προδιάθεση για κερατόκωνο». Παράλληλα, η ομάδα του έχει παρουσιάσει σε κορυφαία διεθνή συνέδρια δεδομένα που δείχνουν ότι, μελετώντας τους γονείς των ασθενών με κερατόκωνο, μπορεί να εντοπιστεί προδιάθεση σε έναν —ή και στους δύο— μέσω τοπογραφιών κερατοειδούς.
Γιατί η διάγνωση συχνά καθυστερεί
Η πάθηση συνήθως ξεκινά στην εφηβεία —στις ηλικίες 14–17 ετών για τα κορίτσια και 15–20 ετών για τα αγόρια— όπου, παρά τις μεταβολές στον κερατοειδή, η όραση συχνά δεν φαίνεται σημαντικά επηρεασμένη λόγω της ελαστικότητας του ιστού. Αυτή η «προσαρμοστικότητα» μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερημένη διάγνωση, η οποία συνήθως γίνεται όταν ο/η νεαρός/ή παρατηρήσει αισθητή επιδείνωση της όρασης — συχνά σε προχωρημένο στάδιο.
Ένας σημαντικός παράγοντας επιδείνωσης είναι το έντονο τρίψιμο των ματιών. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ομάδας του δρ Κανελλόπουλου, ο κερατόκωνος μπορεί να συνεχίσει να εξελίσσεται ακόμη και σε ηλικίες που θεωρούνται «σταθερές», όπως τα 40, 50 ή και 70 έτη, όταν υπάρχει αυτή η επιβλαβής συνήθεια.
Τρέχουσες θεραπευτικές επιλογές
Η αντιμετώπιση του κερατόκωνου βασίζεται σε τεχνικές που σκοπεύουν κυρίως στη σταθεροποίηση της πάθησης και στη μείωση της ανάγκης για επεμβάσεις ή μεταμόσχευση κερατοειδούς. Η πιο καθιερωμένη μέθοδος είναι η διασύνδεση κερατοειδούς (corneal cross-linking): ενστάλαξη φωτοσυνθετικής βιταμίνης Β2 και στη συνέχεια ακτινοβόληση με υπεριώδη ακτινοβολία UVA για 10–20 λεπτά. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται ο κερατοειδής χιτώνας, παρατηρείται συχνά μικρή υποστροφή του κώνου και, κυρίως, επιτυγχάνεται σταθεροποίηση της εξέλιξης.
Πριν από την ευρεία εφαρμογή της διασύνδεσης, ο κερατόκωνος ήταν ο συχνότερος λόγος μεταμόσχευσης κερατοειδούς — της πιο επιτυχημένης μεταμόσχευσης στην ιατρική. Σήμερα τα δεδομένα έχουν αλλάξει εντυπωσιακά: όπως προκύπτει από αμερικανικές τράπεζες κερατοειδικού ιστού, η ανάγκη μεταμόσχευσης για κερατόκωνο έχει μειωθεί περίπου κατά 80% τα τελευταία 20 χρόνια.
Ο Δρ Κανελλόπουλος σημειώνει:
«Εδώ να σημειώσουμε ότι η ομάδα μας έχει συμβάλλει με πάνω από 50 έγκριτα συγγράμματα… Δείχνει ότι ο κερατόκωνος όσο προχωρά η ηλικία έχει λιγότερες πιθανότητες για να χειροτερέψει, παρότι εάν συνδυαστεί με έντονο τρίψιμο ματιών μπορούμε να δούμε τον κερατόκωνο να χειροτερεύει ξανά…»
Το Πρωτόκολλο της Αθήνας
Ο ίδιος εξηγεί ότι ο συνδυασμός διασύνδεσης κερατοειδούς με επιφανειακή, τοπογραφικά κατευθυνόμενη σμίλευση με Laser —γνωστός ως Πρωτόκολλο της Αθήνας— έχει προσφέρει ουσιαστική βελτίωση όρασης, καθώς μειώνει μυωπία και αστιγματισμό. Πρόκειται για τεχνική που προτάθηκε από την ιατρική του ομάδα πριν από πολλά χρόνια και πλέον εφαρμόζεται διεθνώς. Σε πολλές περιπτώσεις, η εφαρμογή του πρωτοκόλλου μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο επίπεδο εξομάλυνσης του κερατοειδή ώστε ορισμένοι ασθενείς να μη χρειάζονται γυαλιά ή φακούς επαφής.
Πότε χρειάζεται μεταμόσχευση
Εφόσον όλες οι προηγούμενες μέθοδοι αποτύχουν, τότε μπορεί να απαιτηθεί κερατοπλαστική, δηλαδή μεταμόσχευση κερατοειδούς. Η πρόληψη όμως παίζει κρίσιμο ρόλο στο να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο.
Ο δρ Κανελλόπουλος καταλήγει τονίζοντας την αξία του προληπτικού ελέγχου:
«Ο κερατόκωνος βλέπουμε ότι αποτελεί ειδικά για τη χώρα μας μία πάθηση που θα πρέπει να διερευνάται σε όλο τον πληθυσμό…»
Εξηγεί ότι μια απλή τοπογραφία κερατοειδούς στην ηλικία του Λυκείου —μια διαδικασία που διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα— μπορεί να οδηγήσει σε έγκαιρη διάγνωση και, όπου χρειάζεται, σε έγκαιρη διασύνδεση του κερατοειδούς, σταθεροποιώντας τη νόσο εφ’ όρου ζωής.
Η σημασία της έγκαιρης διάγνωσης στον κερατόκωνο
Ο κερατόκωνος αποτελεί μια πάθηση που μπορεί να εξελιχθεί αθόρυβα, ιδιαίτερα σε νεαρά άτομα, γι’ αυτό και η ενημέρωση και η έγκαιρη διάγνωση έχουν καθοριστική σημασία. Με τις σύγχρονες διαγνωστικές μεθόδους και τις αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές που διαθέτει πλέον η οφθαλμολογία, η σταθεροποίηση της νόσου και η διατήρηση της καλής όρασης είναι εφικτοί στόχοι για τη μεγάλη πλειονότητα των ασθενών. Η προληπτική εξέταση, ειδικά στην εφηβεία, καθώς και η αποφυγή επιβαρυντικών συνηθειών, αποτελούν σημαντικά βήματα για τη διασφάλιση της οφθαλμικής υγείας. Η έγκαιρη αναγνώριση και η σωστή παρακολούθηση μπορούν να κάνουν τη διαφορά, επιτρέποντας σε κάθε άτομο να αντιμετωπίσει τον κερατόκωνο με μεγαλύτερη ασφάλεια και καλύτερη ποιότητα ζωής.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

