Πολλές φορές ο πόνος στο αυτί δεν σχετίζεται με παθολογία του ίδιου του οργάνου, αλλά προέρχεται από την στοματική κοιλότητα και τις γειτονικές της δομές. Συχνές αιτίες είναι τραύματα, λοιμώξεις, προβλήματα στα δόντια και τα ούλα, αλλά και διαταραχές της κροταφογναθικής άρθρωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο πόνος συνήθως εντοπίζεται στο ίδιο ημιμόριο με την αρχική βλάβη.
Η ένταση και τα χαρακτηριστικά του πόνου μπορούν να κατευθύνουν προς τη σωστή διάγνωση. Πόνος που σχετίζεται με το αυτί είναι συνήθως ήπιος, με μεγαλύτερη διάρκεια και μπορεί να συνοδεύεται από πυρετό ή απώλεια ακοής. Αντιθέτως, όταν η αιτία είναι οδοντική, ο πόνος εμφανίζεται συνήθως ως οξύς, παλλόμενος και μπορεί να επιδεινώνεται με τη μάσηση ή την κατανάλωση τροφών διαφορετικής θερμοκρασίας.
«Η αναγνώριση της πραγματικής αιτίας του πόνου στην ωτική περιοχή είναι συχνά σύνθετη διαδικασία», σημειώνει η Οδοντίατρος – Ακτινολόγος Δρ. Σοφία-Σίσσυ Χατζηαντωνίου.
«Το ατομικό ιστορικό και η αξιολόγηση των πιθανών παραγόντων κινδύνου αποτελούν καθοριστικά στοιχεία για την κατεύθυνση της διαγνωστικής διερεύνησης. Εάν υπάρχουν μακροχρόνια προβλήματα στοματικής υγείας ή απουσία τακτικής φροντίδας, τότε η στοματική κοιλότητα είναι η πιθανότερη πηγή του πόνου. Η επιβεβαίωση της αιτίας απαιτεί πάντοτε απεικονιστικό έλεγχο, όπως ακτινογραφίες ή αξονική τομογραφία της κροταφογναθικής άρθρωσης», προσθέτει.
Οι διαταραχές της κροταφογναθικής άρθρωσης (ΚΓΔ) συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο κοινών αιτίων αντανακλαστικού πόνου στο αυτί. Σύμφωνα με μελέτη στο F1000Research, έως και το 61% των πασχόντων από ΚΓΔ αναφέρουν πόνο σε διαφορετική ανατομική περιοχή από την πηγή, με το αυτί να επηρεάζεται στο 42,1% των περιπτώσεων. Η ίδια μελέτη έδειξε ότι η κροταφική περιοχή είναι η συχνότερα αναφερόμενη θέση πόνου (45,2%).
Οι ΚΓΔ περιλαμβάνουν λειτουργικές διαταραχές μυών, αρθρώσεων και νευρομυϊκού συστήματος που αφορούν τις δύο αρθρώσεις που συνδέουν την κάτω με την άνω γνάθο. Αποτελούν ένα πολύπλοκο σύστημα, υπεύθυνο για κινήσεις προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι συγκεκριμένες παθήσεις εμφανίζονται κυρίως σε άτομα 20-40 ετών και αφορούν περίπου το 15% των ενηλίκων.
Ο πόνος από τις αρθρώσεις αυτές εντείνεται με την κίνηση της γνάθου και συχνά ακτινοβολεί στο αυτί ή στον αυχένα. Ενδείξεις όπως περιορισμένο άνοιγμα στόματος ή ήχοι κατά την κίνηση της κάτω γνάθου είναι χαρακτηριστικές. Ο βρουξισμός – τριγμός των δοντιών κατά τη διάρκεια του ύπνου – αποτελεί συχνή αιτία μικροτραυματισμών και λειτουργικής υπερφόρτωσης των αρθρώσεων.
Σε περιπτώσεις αρθρίτιδας των κροταφογναθικών αρθρώσεων, ο πόνος μπορεί επίσης να αντανακλά στο αυτί. Η αρθρίτιδα μπορεί να είναι μετατραυματικής αιτιολογίας, σχετιζόμενη με ρευματικά νοσήματα ή να αναπτύσσεται λόγω φθοράς που επέρχεται με την ηλικία.
Η κακή στοματική υγιεινή αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που μπορεί να προκαλέσει αντανακλαστικό πόνο. Τερηδόνες, απόστημα ή προσβεβλημένοι γομφίοι και φρονιμίτες ενδέχεται να επηρεάσουν παρακείμενα νεύρα, οδηγώντας σε πόνο στο αυτί. Όταν συνοδεύεται από φλεγμονή, πρήξιμο ή πόνο στα ούλα, η διάγνωση γίνεται πιο εύκολη. Συχνά, ο πόνος εμφανίζεται διαλείπουσα και επανέρχεται, σημάδι πιθανής λοίμωξης.
Τραυματισμοί της γνάθου ή εξαρθρώσεις επίσης ενδέχεται να εκδηλωθούν με αντανακλαστικό ωτικό πόνο. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται αν έχει προηγηθεί πτώση ή τροχαίο ατύχημα.
Η Αμερικανική Οδοντιατρική Εταιρεία (American Dental Association) συστήνει επίσκεψη στον οδοντίατρο ανά εξάμηνο για καθαρισμό και προληπτική φροντίδα.
«Η εμφάνιση πόνου στην περιοχή του αυτιού, όταν συνυπάρχουν συμπτώματα όπως αιμορραγία, φλεγμονή, πύον ή κινητικότητα των δοντιών, πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα για την αποφυγή σοβαρότερων επιπλοκών», επισημαίνει η Δρ. Χατζηαντωνίου.
Για τη διάγνωση, ο οδοντίατρος θα συλλέξει το ιατρικό ιστορικό και θα προχωρήσει σε απεικονιστικές εξετάσεις. Οι ακτινογραφίες της ΚΓΔ με ανοιχτό ή κλειστό στόμα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την ύπαρξη εξαρθρώσεων, καταγμάτων, δομικών αλλοιώσεων ή αρθριτικών βλαβών.
Η εξέταση αυτή θεωρείται ασφαλής, ανώδυνη και ακίνδυνη όταν διενεργείται από οδοντιάτρους–ακτινολόγους σε ειδικά κέντρα. Χρήσιμη και για την αρχική εκτίμηση, συμβάλλει στην αναγνώριση τραυματισμών, εκφυλιστικών αλλοιώσεων, όγκων ή ασυμμετριών.
Η τελική διαχείριση περιλαμβάνει κατά περίπτωση φαρμακευτική αγωγή, χρήση εξατομικευμένων οδοντικών ναρθήκων, φυσικοθεραπεία ή – όπου ενδείκνυται – περαιτέρω εξειδικευμένες παρεμβάσεις από οδοντιάτρους, γναθολόγους ή ΩΡΛ ιατρούς.
Όταν απαιτείται πιο λεπτομερής απεικόνιση, προτείνεται αξονική τομογραφία, η οποία προσφέρει τρισδιάστατες εικόνες τόσο των οστών όσο και των μαλακών ιστών της περιοχής. Η υψηλή ανάλυση και η σαφήνεια της απεικόνισης επιτρέπουν στον γιατρό να κατανοήσει πλήρως τη δομή που προκαλεί τον πόνο και να προχωρήσει στην κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση», καταλήγει η Δρ. Χατζηαντωνίου.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

