Το τελευταίο διάστημα, τα περιστατικά βίας που αφορούν παιδιά και εφήβους και γίνονται γνωστά μέσω των ΜΜΕ παρουσιάζουν ανησυχητική αύξηση, προκαλώντας έντονο προβληματισμό για τις διαστάσεις που λαμβάνει το φαινόμενο.
Παράγοντες όπως η ανεργία και οι κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες φαίνεται να εντείνουν τα αρνητικά συναισθήματα, τα οποία συχνά εκδηλώνονται μέσα από βίαιες συμπεριφορές. Αν και οι κρατικές παρεμβάσεις είναι απαραίτητες, η ουσιαστική πρόληψη ξεκινά από το οικογενειακό περιβάλλον.
Όπως επισημαίνει η κ. Φρίντα Κωνσταντοπούλου, Παιδοψυχίατρος – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια, Επιστημονική Συνεργάτης Παίδων ΜΗΤΕΡΑ:
«Παρατηρούμε μία αύξηση των περιστατικών βίας, με τη μέση ηλικία των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτά να μειώνεται. Παράλληλα, βλέπουμε πλέον συχνότερα παιδιά με εναντιωματική διαταραχή, δηλαδή παιδιά που αντιδρούν και εναντιώνονται σε οτιδήποτε, είτε με λεκτική, είτε με σωματική επιθετικότητα. Πρόκειται για δύο φαινόμενα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους».
Η υπερπροσφορά και η απουσία ορίων
Η εναντιωματική στάση των παιδιών αποδίδεται κυρίως σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, αν και υπάρχουν περιπτώσεις όπου συγκεκριμένες διαταραχές αυξάνουν την ευαλωτότητά τους. Σε κάθε περίπτωση, το οικογενειακό πλαίσιο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, τόσο στη γένεση όσο και στην αντιμετώπιση τέτοιων συμπεριφορών.
Η ειδικός εξηγεί:
«Το γεγονός ότι δεν τίθενται όρια και ότι παρέχουμε πλέον στα παιδιά τα πάντα προκαλούν την εναντίωση των παιδιών, τα οποία αρνούνται κάθε υποχρέωση, από πολύ μικρές ηλικίες, όπως π.χ. το ντύσιμο, το μπάνιο, το διάβασμα κ.ά.. Πρόκειται, λοιπόν, για μία αντίσταση στους κανόνες και τα “πρέπει”, η οποία στην εφηβεία λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε τέτοιες συνθήκες δεν έχουν κίνητρα και στη συνέχεια θα χειραγωγηθούν σε διάφορες μορφές βίας, είτε είναι οπαδική, είτε ρατσιστική, είτε πολιτική. Αναλόγως με το περιβάλλον στο οποίο θα τύχει να βρεθούν, θα εκδηλώσουν τα αρνητικά συναισθήματά τους. Γιατί η βία εκδηλώνει ακραία αρνητικά συναισθήματα, όπως στεναχώρια, θυμό, απελπισία».
Η συναισθηματική παραμέληση
Στον αντίποδα της υπερπροσφοράς βρίσκονται τα παιδιά που βιώνουν συναισθηματική παραμέληση ή έχουν εκτεθεί σε βία μέσα στην οικογένεια ή στο ευρύτερο περιβάλλον τους.
Σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής κακοποίησης, τα παιδιά τείνουν να αναπαράγουν τα πρότυπα που έχουν βιώσει. Παράλληλα, παιδιά με μαθησιακές ή κοινωνικές δυσκολίες, που έχουν δεχθεί εκφοβισμό στο σχολείο, ενδέχεται να εκδηλώσουν επιθετικότητα όταν βρεθούν σε ένα περιβάλλον όπου νιώθουν ασφάλεια και ανοχή. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου η βία γίνεται γνώριμη και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά.
Η κ. Κωνσταντοπούλου τονίζει:
«Είναι προφανές ότι η βία γεννάει βία, ενώ η συναισθηματική παραμέληση προκαλεί αρνητικά συναισθήματα. Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να κρατάμε και ένα μέτρο σε αυτά που προσφέρουμε στα παιδιά, έτσι ώστε να τους δίνουμε ένα κίνητρο για να κάνουν όνειρα και να προχωρήσουν στη ζωή τους. Γιατί σε περίπτωση που δεν έχουν κίνητρα, αναζητούν άλλους τρόπους για να δώσουν νόημα στη ζωή και την ύπαρξή τους και συχνά γίνονται ευάλωτα στη χειραγώγηση».
Όπως εξηγεί, όταν τα παιδιά μαθαίνουν να βρίσκονται στο επίκεντρο της οικογένειας, τείνουν να απαιτούν το ίδιο και από το σχολείο ή από οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο. Αυτή η αίσθηση παντοδυναμίας οδηγεί συχνά σε συναισθηματικό κενό, το οποίο καλύπτεται μέσα από προκλητικές ή παραβατικές συμπεριφορές.
Ο ρόλος του φανατισμού
Ο φανατισμός ενός γονέα ή μιας οικογένειας προς μια ομάδα ή ιδεολογία μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη στάση των παιδιών, τα οποία μιμούνται τα πρότυπα του περιβάλλοντός τους.
Όπως σημειώνει η ειδικός, κάθε μορφή φανατισμού δυσχεραίνει την ατομική και κοινωνική ωρίμανση. Αντίθετα, η ενασχόληση με τον αθλητισμό λειτουργεί θετικά, καθώς καλλιεργεί την πειθαρχία, προσφέρει στόχους και συμβάλλει στη δημιουργία νοήματος. Ακόμη και η υγιής υποστήριξη μιας ομάδας, όταν δεν ξεπερνά τα όρια, ενισχύει την κοινωνικοποίηση και την ομαλή συναισθηματική ανάπτυξη.
Η εξοικείωση με τη βία
Ένας ακόμη παράγοντας που ενισχύει τις επιθετικές τάσεις είναι η συστηματική έκθεση των παιδιών στη βία, κυρίως μέσω ψηφιακών παιχνιδιών και ταινιών. Αν και τα παιδιά γνωρίζουν ότι πρόκειται για φαντασία, η επαναλαμβανόμενη έκθεση λειτουργεί υποσυνείδητα, μειώνοντας τη συναισθηματική τους αντίδραση απέναντι σε δυσάρεστα γεγονότα που αφορούν συνανθρώπους τους.
Τα «καμπανάκια» κινδύνου
Οι γονείς χρειάζεται να βρίσκονται σε διαρκή εγρήγορση, ώστε να εντοπίζουν έγκαιρα ενδείξεις βίαιης συμπεριφοράς και να παρεμβαίνουν πριν παγιωθεί η κατάσταση.
Η κ. Κωνσταντοπούλου αναφέρει:
«Από μικρή ηλικία, όταν βλέπουν ότι υπάρχει έντονη εκδήλωση συναισθημάτων πρέπει να θορυβούνται. Η επιθετικότητα προς τα ζώα είναι μία από τις πρώτες εκδηλώσεις εναντιωματικής διαταραχής και παραβατικής συμπεριφοράς. Η παρενόχληση των πιο αδύναμων ή “διαφορετικών” συνομηλίκων είναι επίσης ένα “καμπανάκι”. Μπαίνοντας στην εφηβεία, τα χαρακτηριστικά αυτά γίνονται πιο έντονα, ενώ οι εκδηλώσεις βίας μπορεί να επεκταθούν και μέσα στο σπίτι».
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι «οι γονείς δεν πρέπει να δείχνουν καμία ανοχή και στρουθοκαμηλισμό στις βίαιες συμπεριφορές».
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς
Τα παιδιά που εκδηλώνουν επιθετικότητα συχνά αντιμετωπίζουν συναισθηματικές, μαθησιακές ή κοινωνικές δυσκολίες. Η κ. Κωνσταντοπούλου επισημαίνει τα βασικά σημεία στα οποία οφείλουν να εστιάσουν οι γονείς:
-
Από πολύ μικρή ηλικία, είναι σημαντικό να βρίσκονται κοντά στα παιδιά τους, να συνομιλούν μαζί τους και να παρακολουθούν διακριτικά τη ζωή τους. Η επικοινωνία λειτουργεί τόσο προληπτικά όσο και θεραπευτικά, δημιουργώντας έναν ηθικό φραγμό απέναντι στη βία. Καθοριστικό ρόλο παίζει και η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης.
-
Όταν οι αντιδράσεις των παιδιών γίνονται έντονες, ορισμένοι γονείς αντιδρούν με επιθετικότητα, προσπαθώντας να επιβληθούν. Αυτό, όμως, επιδεινώνει την κατάσταση και διακόπτει κάθε δίαυλο επικοινωνίας.
-
Στην εφηβεία, οι δυσκολίες διογκώνονται. Οι γονείς χρειάζεται να προσεγγίζουν τους εφήβους με ηρεμία και συνέπεια, διατηρώντας καθημερινή επικοινωνία. Παρά τη φαινομενική απόρριψη, τα παιδιά επιζητούν αυτή την προσέγγιση.
-
Όταν οι γονείς αδυνατούν να βοηθήσουν, σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ένα άλλο πρόσωπο από το οικογενειακό, σχολικό ή εξωσχολικό περιβάλλον, καθώς και ο ψυχοθεραπευτής, ο οποίος προσφέρει στήριξη χωρίς κριτική.
Η ειδικός καταλήγει:
«Όσο πιο νωρίς εντοπιστούν τα συμπτώματα και αντιμετωπιστούν, τόσο το καλύτερο. Πολλές φορές οι γονείς αγνοούν και υποτιμούν τα συμπτώματα. Η πεποίθηση ότι το παιδί θα μεγαλώσει και θα αλλάξει συνήθως αποδεικνύεται λανθασμένη».
Η βία στην παιδική και εφηβική ηλικία αποτελεί ένα σύνθετο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, που δεν επιδέχεται απλουστευμένες ερμηνείες ή εύκολες λύσεις. Όπως τονίζουν οι ειδικοί, η πρόληψη ξεκινά από το οικογενειακό περιβάλλον και ενισχύεται από τη σταθερή επικοινωνία, την ενσυναίσθηση και τη συναισθηματική στήριξη. Η έγκαιρη αναγνώριση των προειδοποιητικών σημείων και η αναζήτηση κατάλληλης βοήθειας, όταν χρειάζεται, μπορεί να αποτρέψει δυσάρεστες εξελίξεις και να στηρίξει ουσιαστικά τα παιδιά και τους εφήβους στην πορεία προς την ψυχοκοινωνική τους ωρίμανση.

