Η παχυσαρκία αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία, τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ορίζεται με βάση τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), όταν αυτός υπερβαίνει τα 30 kg/m², και περιγράφει την υπερβολική συσσώρευση λίπους στο σώμα, η οποία συνδέεται με αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία – μεταβολικές, ενδοκρινικές και ψυχολογικές.
Όπως σημειώνει ο Διαιτολόγος-Διατροφολόγος Δρ Αναστάσιος Παπαλαζάρου:
«Πρόκειται για ένα χρόνιο και πολυπαραγοντικό νόσημα που συνδέεται και με άλλες χρόνιες παθήσεις, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 και η δυσλιπιδαιμία, αποτελώντας έτσι σημαντικό παράγοντα νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τις τελευταίες δεκαετίες, στις δυτικού τύπου κοινωνίες, ο επιπολασμός της παχυσαρκίας έχει αυξηθεί δραματικά, λαμβάνοντας διαστάσεις επιδημίας, με την Ελλάδα να παρουσιάζει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά στην Ευρώπη».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φαρμακευτική προσέγγιση έχει συγκεντρώσει έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον, με τις ενέσιμες θεραπείες να αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της συνολικής στρατηγικής αντιμετώπισης, παρουσιάζοντας εξαιρετικά αποτελέσματα.
Νέα μελέτη αλλάζει τα δεδομένα
Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση, που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του ιατρικού περιοδικού The British Medical Journal, φέρνει νέα δεδομένα στη συζήτηση σχετικά με τη διατήρηση της απώλειας βάρους μετά τη λήξη της φαρμακευτικής αγωγής. Η μελέτη ανέλυσε 37 επιμέρους μελέτες και συμπεριέλαβε περισσότερους από 9.000 συμμετέχοντες.
Μεταξύ των συντελεστών της μελέτης ήταν και ο κ. Δημήτρης Κουτουκίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Διατροφής και Παχυσαρκίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (University of Oxford).
Πόσο διατηρούνται τα κιλά μετά τη φαρμακευτική θεραπεία;
Όπως εξηγεί ο Δρ Παπαλαζάρου, οι ενέσεις απώλειας βάρους έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, καθώς υπόσχονται αποτελεσματική διαχείριση της παχυσαρκίας. Σε κλινικές μελέτες αναφέρεται απώλεια έως και 15-20% του αρχικού σωματικού βάρους. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχαν σαφή δεδομένα σχετικά με τη διατήρηση αυτής της απώλειας μετά τη διακοπή της αγωγής.
Η εν λόγω ανασκόπηση, η οποία περιλάμβανε 9.341 ενήλικες με υπερβαρότητα ή παχυσαρκία, απαντά σε αυτό ακριβώς το ερώτημα. Τα βασικά της ευρήματα είναι τα εξής:
-
Μετά τη διακοπή των φαρμάκων σεμαγλουτίδης ή τιρζεπατίδης, παρατηρείται μέση αύξηση 0,8 κιλών ανά μήνα, οδηγώντας σε πιθανή επιστροφή στο αρχικό βάρος εντός 1,5 έτους.
-
Αντίστοιχα, μετά τη διακοπή οποιουδήποτε άλλου φαρμάκου απώλειας βάρους, η μέση χρονική περίοδος επαναπρόσληψης αγγίζει τα 1,7 έτη.
-
Οι βελτιώσεις σε καρδιομεταβολικούς δείκτες αντιστρέφονται επίσης εντός αυτού του διαστήματος.
-
Η επανάκτηση βάρους είναι τέσσερις φορές ταχύτερη όταν σταματούν τα φάρμακα απώλειας βάρους, σε σύγκριση με τη διακοπή δομημένων προγραμμάτων διατροφικής και συμπεριφορικής παρέμβασης.
-
Η παράλληλη ψυχολογική και συμπεριφορική υποστήριξη ενισχύει την απώλεια βάρους: τα άτομα που την λαμβάνουν, χάνουν κατά μέσο όρο 5 κιλά περισσότερα συγκριτικά με εκείνους που δεν υποστηρίζονται ψυχολογικά.
Με απλά λόγια, χωρίς παράλληλη αλλαγή συμπεριφοράς, η φαρμακευτική παρέμβαση λειτουργεί περισσότερο ως προσωρινή παρένθεση στο πρόβλημα της παχυσαρκίας – και όχι ως μακροπρόθεσμη λύση.
Ποιο είναι το μήνυμα για την Ελλάδα;
Η ελληνική πραγματικότητα, όπως εξηγεί ο Δρ Παπαλαζάρου, απαιτεί πολυδιάστατη και συνεχή προσέγγιση:
-
Η παχυσαρκία παραμένει μια χρόνια πάθηση, και επομένως η αλλαγή τρόπου ζωής αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε ουσιαστικής θεραπευτικής παρέμβασης.
-
Απαιτείται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, βασισμένος σε στοχευμένη διατροφική και συμπεριφορική αλλαγή.
-
Η βραχυπρόθεσμη απώλεια βάρους που επιτυγχάνεται με φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να επιτευχθεί εξίσου και με υποθερμιδικές δίαιτες που περιλαμβάνουν υποκατάστατα γευμάτων, κάτι που ενισχύει τη σημασία της σωστής και συστηματικής διατροφικής συμμόρφωσης.
Ο Δρ Παπαλαζάρου τονίζει:
«Η φαρμακευτική θεραπεία προσφέρει, με τα σημερινά δεδομένα, ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στα χέρια της επιστημονικής κοινότητας για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εφαρμογή ενός δομημένου διαιτητικού πλάνου, με άξονες τόσο την αλλαγή του τρόπου ζωής και της συμπεριφοράς, όσο και την κάλυψη βασικών θρεπτικών αναγκών (πρωτεϊνικού ισοζυγίου, εξατομικευμένες απαιτήσεις σε βιταμίνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία κ.α.).
Η διακοπή της φαρμακοθεραπείας οδηγεί σε γρήγορη επαναπρόσληψη βάρους (πολλαπλασίως γρηγορότερη από ότι η αμιγώς διαιτητική προσέγγιση). Να μην ξεχνούμε λοιπόν ότι ο έλεγχος βάρους είναι μια υπαρκτή πρόκληση και η μακροχρόνια διαχείριση της παχυσαρκίας απαιτεί συνεχή φροντίδα. Πυρήνας της προσπάθειας αυτής θα πρέπει να είναι το ίδιο το άτομο που όχι μόνο δεν θα πρέπει να αποτελεί παθητικό δέκτη των θεραπειών, αλλά αντίθετα, θα πρέπει να συμμετέχει ενεργά στις διαδικασίες αλλαγής».
Η μάχη με την παχυσαρκία δεν είναι εύκολη ούτε σύντομη. Όπως επιβεβαιώνεται και από τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα, οι ενέσιμες θεραπείες μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην προσπάθεια απώλειας βάρους, όμως δεν αποτελούν από μόνες τους μια ολοκληρωμένη λύση. Η μακροπρόθεσμη επιτυχία εξαρτάται από την αλλαγή συμπεριφοράς, τη σωστή καθοδήγηση και τη συνέπεια. Σε κάθε περίπτωση, η φαρμακοθεραπεία φαίνεται να είναι ένα πολύτιμο εργαλείο, όταν εντάσσεται σε ένα ολιστικό σχέδιο δράσης με κέντρο τον ίδιο τον άνθρωπο και τη δική του ενεργή συμμετοχή. Το ζητούμενο παραμένει σταθερό: η διαχείριση της παχυσαρκίας με υπευθυνότητα, επιστημονική τεκμηρίωση και διαρκή υποστήριξη.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

