Η αξιοπιστία των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης για τη διάγνωση δερματοπαθειών μέσω κινητών τηλεφώνων αμφισβητείται όλο και περισσότερο, καθώς οι περισσότερες από αυτές κυκλοφορούν χωρίς έγκριση από αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές. Παρά την πληθώρα τέτοιων εφαρμογών στην αγορά, τα επιστημονικά δεδομένα που τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητά τους είναι περιορισμένα και εντοπίζονται σημαντικά προβλήματα ως προς την ακρίβεια και την ασφάλεια της χρήσης τους.
«Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη διάγνωση δερματολογικών παθήσεων, από την ακμή και το έκζεμα μέχρι και την ανίχνευση μελανώματος. Όμως, η τεχνολογία αυτή βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο και εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία και την ασφάλειά της», αναφέρει ο Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος Δρ Χρήστος Στάμου. «Σε περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση σε ειδικούς δερματολόγους, οι εφαρμογές μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμες, αλλά χρειάζεται προσοχή.»
Μια συστηματική ανασκόπηση του 2020, η οποία αξιολόγησε έξι δημοφιλείς εφαρμογές, κατέδειξε κακό επιστημονικό σχεδιασμό και υψηλό κίνδυνο μεροληψίας. Επιπλέον, μελέτη που δημοσιεύτηκε στο JAMA Dermatology αποκάλυψε ότι οι περισσότερες εφαρμογές που αξιοποιούν τεχνητή νοημοσύνη για δερματολογική παρακολούθηση δεν φέρουν καμία επίσημη έγκριση.
Από τις 909 εφαρμογές που εντοπίστηκαν αρχικά, μόλις 41 πληρούσαν τα βασικά κριτήρια για αξιολόγηση, όπως χρήση τεχνητής νοημοσύνης και ιατρικό περιεχόμενο. Καμία από αυτές δεν ήταν εγκεκριμένη από τον Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (Food and Drug Administration – FDA) κατά τον χρόνο της μελέτης (εκτός από μία που έλαβε έγκριση αργότερα για χρήση στην ανίχνευση καρκίνου του δέρματος) και μόλις δύο περιλάμβαναν ξεκάθαρη αποποίηση ευθύνης για την απουσία ρυθμιστικής έγκρισης.
Περίπου το ένα τρίτο των εφαρμογών (34,1%) στόχευε στον εντοπισμό καρκίνου του δέρματος, ενώ ένα άλλο 31,7% επικεντρωνόταν σε γενική διάγνωση παθήσεων του δέρματος ή των μαλλιών. Λιγότερες κάλυπταν την παρακολούθηση σπίλων, την ακμή, την ατοπική δερματίτιδα ή την προστασία από την ηλιακή ακτινοβολία.
Παρόλο που το 24,4% των εφαρμογών δήλωνε διαγνωστική ικανότητα, καμία δεν συνοδευόταν από επαρκή επιστημονικά τεκμήρια ή αξιολογήσεις από ειδικούς. Μόλις πέντε διέθεταν σχετικές δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά και μόνο μία βασιζόταν σε προοπτική, πολυκεντρική κλινική μελέτη. Η πλειονότητα δεν περιλάμβανε στοιχεία για τον τρόπο εκπαίδευσης των αλγορίθμων ή για την επιστημονική συμμετοχή δερματολόγων.
«Η τεχνητή νοημοσύνη δείχνει ιδιαίτερο δυναμισμό στην εικόνα-καθοδηγούμενη ανάλυση για το μελάνωμα, όμως οι εφαρμογές κινητών συσκευών δεν παρουσιάζουν σταθερά καλά αποτελέσματα. Το γεγονός ότι λιγότερες από 4 στις 10 εφαρμογές αναπτύχθηκαν με τη συμβολή δερματολόγων εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την κλινική τους ακρίβεια και την πιθανότητα καθυστέρησης διάγνωσης», υπογραμμίζει ο Δρ Στάμου.
Σχετικά με τις βασικές μορφές καρκίνου του δέρματος, ο Δρ Στάμου διευκρινίζει: «Το μελάνωμα είναι η πλέον επιθετική μορφή καρκίνου του δέρματος και μπορεί αρχικά να μοιάζει με κοινή ελιά. Το ακανθοκυτταρικό και το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα έχουν διαφορετική κλινική εικόνα, αλλά και στις τρεις περιπτώσεις η πρώιμη και έγκυρη διάγνωση είναι καθοριστική. Η χειρουργική εξαίρεση παραμένει η θεραπεία εκλογής στις περισσότερες περιπτώσεις».
Η διαγνωστική ακρίβεια στη δερματολογία είναι από μόνη της πρόκληση, καθώς πολλές δερματικές παθήσεις παρουσιάζουν παρόμοια εικόνα. Η εμπειρική κλινική αξιολόγηση, η δερματοσκόπηση και οι ιστοπαθολογικές εξετάσεις δεν μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν από έναν αλγόριθμο.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Ακαδημία Δερματολογίας (American Academy of Dermatology – AAD), εφαρμογές που υπόσχονται διάγνωση ή θεραπευτικές οδηγίες μπορεί να οδηγήσουν σε λανθασμένες εντυπώσεις και καθυστέρηση στην αναζήτηση ιατρικής βοήθειας. Τα προβλήματα επεκτείνονται και σε ζητήματα ασφάλειας δεδομένων, νομικής ευθύνης και επικαιροποίησης του επιστημονικού περιεχομένου.
«Η τεχνητή νοημοσύνη θα εξελιχθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Όμως, στη σημερινή της μορφή, μπορεί να αποπροσανατολίσει τον χρήστη και να δημιουργήσει κινδύνους. Η αξιολόγηση από ειδικό, βασισμένη στο ιατρικό ιστορικό, στην κλινική εικόνα και σε επιστημονικά τεκμήρια, παραμένει η πιο αξιόπιστη προσέγγιση», καταλήγει ο Δρ Στάμου.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

