Ο χρόνιος πόνος δεν είναι απλώς μια επίμονη σωματική ενόχληση· για εκατομμύρια ανθρώπους αποτελεί μια καθημερινή δοκιμασία που επηρεάζει τη διάθεση, τον ύπνο, την εργασία και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Πρόκειται για μια πολυδιάστατη εμπειρία, που συχνά συνοδεύεται από άγχος, καταθλιπτική διάθεση, διαταραχές ύπνου και επαναλαμβανόμενες αρνητικές σκέψεις, επιβαρύνοντας σημαντικά την ποιότητα ζωής.
Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα στρέφει όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον της σε προσεγγίσεις που δεν στοχεύουν μόνο στη μείωση της έντασης του πόνου, αλλά και στη βελτίωση της σχέσης του ατόμου με αυτόν. Σε αυτό το πλαίσιο, νέα επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Journal of Contemporary Psychotherapy διερεύνησε τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του προγράμματος Mindfulness-Based Pain Management (MBPM). Τα αποτελέσματα ανέδειξαν ουσιαστικές βελτιώσεις, οι οποίες διατηρήθηκαν έως και έναν χρόνο μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης.
Τα χαρακτηριστικά της μελέτης
Στην έρευνα συμμετείχαν 65 άτομα με μη ογκολογικό χρόνιο πόνο, με μέση ηλικία τα 52 έτη. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων (90,8%) ήταν γυναίκες. Πάνω από το 70% ολοκλήρωσε τη διαδικασία παρακολούθησης έως το follow-up των 12 μηνών, ενώ όλοι συνέχισαν κανονικά τη φαρμακευτική και ιατρική τους αγωγή καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης.
Τα αποτελέσματα μετά το πρόγραμμα των 8 εβδομάδων
Μετά την ολοκλήρωση του οκτά εβδομάδων προγράμματος, καταγράφηκαν σημαντικές μεταβολές σε πολλαπλούς δείκτες:
• Η συνολική βαθμολογία πόνου μειώθηκε από 10.69 πριν την παρέμβαση σε 9.04 αμέσως μετά.
• Η αποδοχή του πόνου αυξήθηκε αισθητά (50.66 → 58.00).
• Τα επίπεδα άγχους μειώθηκαν (0.99 → 0.66).
• Οι καταστροφικές σκέψεις που σχετίζονται με τον πόνο περιορίστηκαν (23.12 → 17.80).
• Η σωματική ποιότητα ζωής παρουσίασε βελτίωση (28.45 → 32.06).
«Ιδιαίτερα ενθαρρυντικό εύρημα αποτελεί το γεγονός ότι οι περισσότερες από αυτές τις βελτιώσεις διατηρήθηκαν στους 6 και 12 μήνες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, καμία από τις βασικές μεταβλητές δεν εμφάνισε επιδείνωση έναν χρόνο μετά σε σύγκριση με τις αρχικές μετρήσεις, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκε περαιτέρω πρόοδος.
Η ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε επίσης τον ρόλο της αποδοχής του πόνου ως καθοριστικού παράγοντα για την ποιότητα ζωής. Άτομα που εμφάνισαν μεγαλύτερη αποδοχή μετά το πρόγραμμα είχαν καλύτερη σωματική ποιότητα ζωής στους 12 μήνες, υποδεικνύοντας ότι η αλλαγή στη σχέση με τον πόνο μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά τη συνολική λειτουργικότητα» επισημαίνει η πιστοποιημένη δασκάλα, επόπτρια & εκπαιδεύτρια δασκάλων της Breathworks κ. Δέσποινα Γιαννούλη.
Τι είναι το Mindfulness-Based Pain Management (MBPM)
Το Mindfulness-Based Pain Management (MBPM) αποτελεί ένα δομημένο πρόγραμμα διάρκειας οκτώ εβδομάδων, το οποίο συνδυάζει πρακτικές ενσυνειδητότητας και καλλιέργειας συμπόνιας. Στόχος του είναι η βελτίωση της διαχείρισης του χρόνιου πόνου και της ψυχολογικής επιβάρυνσης που τον συνοδεύει.
Οι συμμετέχοντες παρακολουθούν εβδομαδιαίες συνεδρίες και ενθαρρύνονται να εφαρμόζουν συστηματικά τις πρακτικές στο σπίτι, ενισχύοντας τη συνέπεια και την ενεργή συμμετοχή τους στη διαδικασία.
Οι συγγραφείς της μελέτης διευκρινίζουν ότι το πρόγραμμα δεν συνιστά «γρήγορη λύση», αλλά απαιτεί δέσμευση και τακτική πρακτική. Ωστόσο, τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι αυτή η επένδυση μπορεί να συνδεθεί με ουσιαστικές και διατηρήσιμες αλλαγές.
Το πρόγραμμα στην Ελλάδα
Το πρόγραμμα διδάσκεται τα τελευταία 5 χρόνια και στα ελληνικά από την κ. Γιαννούλη. Έχει διάρκεια 8 εβδομάδες και περιλαμβάνει 8 εβδομαδιαίες διαδικτυακές συναντήσεις διάρκειας 2 ωρών. Τα αποτελέσματά του έχουν παρουσιαστεί σε επιστημονικά συνέδρια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Η επόμενη ομάδα ξεκινά στις 24 Φεβρουαρίου 2026, στις 6 μ.μ.
Τα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης ενισχύουν την άποψη ότι η διαχείριση του χρόνιου πόνου δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε φαρμακευτικές ή ιατρικές παρεμβάσεις, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει και ψυχοεκπαιδευτικές προσεγγίσεις που στοχεύουν στη συνολική λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής. Η ενσυνειδητότητα δεν υπόσχεται την «εξάλειψη» του πόνου, αλλά φαίνεται να προσφέρει ένα διαφορετικό πλαίσιο κατανόησης και αντιμετώπισής του. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου θα πρέπει να γίνεται με επιστημονική καθοδήγηση και εξατομικευμένη αξιολόγηση, με γνώμονα τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες κάθε ανθρώπου.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

