Η αλλεργία αποτελεί μια διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος, κατά την οποία ο οργανισμός αντιδρά με υπερευαισθησία σε ουσίες που συνήθως θεωρούνται αβλαβείς για το ευρύ σύνολο του πληθυσμού. Οι ουσίες αυτές βρίσκονται στο περιβάλλον μας – στον αέρα, στις τροφές, στα φάρμακα, σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, ακόμη και σε τσιμπήματα εντόμων. Οι κυριότεροι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης αλλεργιών είναι γενετικοί και περιβαλλοντικοί. Τα άτομα που είναι επιρρεπή στις αλλεργικές αντιδράσεις χαρακτηρίζονται ως ατοπικά.
Ο Αλλεργιολόγος κ. Διονύσιος Γιαννακόπουλος, από το Metropolitan Hospital, επισημαίνει:
«Οι ουσίες που μπορούν να προκαλέσουν αλλεργική αντίδραση ονομάζονται αλλεργιογόνα. Σε αυτές περιλαμβάνονται η γύρη – ιδιαίτερα την άνοιξη –, οι τρίχες των ζώων, η οικιακή σκόνη, οι ατμοσφαιρικοί μύκητες, ορισμένες τροφές και φάρμακα. Τσιμπήματα εντόμων μπορούν επίσης να προκαλέσουν έντονες αλλεργικές αντιδράσεις. Ένα από τα φυτά που ευθύνονται για ισχυρές αλλεργίες είναι το περδικάκι, του οποίου η γύρη βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στην ατμόσφαιρα».
Ο ρόλος του ανοσοποιητικού στην αλλεργία
«Στην κυκλοφορία του αίματος υπάρχουν αντισώματα που δρουν αμυντικά απέναντι σε ξένες προς τον οργανισμό ουσίες. Στις αλλεργικές αντιδράσεις εμπλέκονται κυρίως οι ανοσοσφαιρίνες τύπου Ε (IgE). Όταν ο οργανισμός έρθει σε επαφή με κάποιο αλλεργιογόνο, τα αντισώματα IgE ενεργοποιούνται και προσκολλώνται στην επιφάνεια ειδικών κυττάρων, των μαστοκυττάρων, τα οποία εντοπίζονται σε περιοχές όπως η μύτη, τα μάτια, το δέρμα, οι πνεύμονες και η γαστρεντερική οδός. Τα κύτταρα αυτά περιέχουν χημικούς μεσολαβητές – όπως η ισταμίνη – που ενεργοποιούνται κάθε φορά που αναγνωρίζεται ένα αλλεργιογόνο», εξηγεί ο κ. Γιαννακόπουλος.
«Η αλλεργία είναι μία από τις πιο συχνές δυσλειτουργίες του ανοσοποιητικού και επηρεάζει περίπου το ένα τρίτο του γενικού πληθυσμού», προσθέτει.
Ποια συμπτώματα προκαλούν τα αερομεταφερόμενα αλλεργιογόνα;
Οι αλλεργικές αντιδράσεις που προέρχονται από ουσίες του αέρα πλήττουν κυρίως τη ρινική κοιλότητα. Τα πιο συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν:
-
καταρροή
-
ρινική συμφόρηση (μπούκωμα)
-
φτερνίσματα
-
φαγούρα στον ουρανίσκο και τη γλώσσα
-
αυξημένη παραγωγή βλέννας
Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να εξελιχθούν σε αλλεργική βρογχίτιδα, βήχα ή ακόμα και άσθμα.
Το δέρμα μπορεί επίσης να επηρεαστεί με την εμφάνιση εκζέματος ή εξανθημάτων, ενώ τα μάτια παρουσιάζουν συχνά συμπτώματα όπως επιπεφυκίτιδα, ερυθρότητα, κνησμό και πρήξιμο των βλεφάρων.
Διαγνωστικές μέθοδοι για την αλλεργία
Η επιβεβαίωση της αλλεργίας βασίζεται σε εξειδικευμένες εξετάσεις. Οι βασικότερες είναι:
-
Αλλεργικά δερματικά τεστ (skin prick tests, ενδοδερμικά, PATCH TESTS)
Τα αλλεργικά δερματικά τεστ αποτελούν την πιο συνηθισμένη μέθοδο για να εντοπιστεί κάποια αλλεργία. Γίνεται με ένα ελαφρύ ξύσιμο στο δέρμα, αφού προηγουμένως έχουμε εγχύσει μία σταγόνα από κάθε αλλεργιογόνο ουσία. Αν δημιουργηθεί αντίδραση όπως ερεθισμός, οίδημα ή κνησμός, τότε υφίσταται αλλεργική προδιάθεση στη συγκεκριμένη ουσία.
-
Αιματολογικά tests (RAST)
Είναι αιματολογική εξέταση, περισσότερο δαπανηρή από την προηγούμενη, με λιγότερο άμεσα αποτελέσματα. Χρησιμοποιείται κυρίως σε περιπτώσεις που είναι αδύνατη η πραγματοποίηση των δερματικών δοκιμασιών.
-
Μέτρηση της ολικής IgE
Πραγματοποιείται κυρίως σε άτομα με αλλεργική προδιάθεση.
-
BAT – Basophil Activation Test (Test ενεργοποίησης βασεοφίλων)
-
LTT – Lymphocyte Transformation Test (Test μετασχηματισμού λεμφοκυττάρων)
Για τη διάγνωση του βρογχικού άσθματος, είναι απαραίτητη η σπιρομέτρηση, η οποία επαναλαμβάνεται αφού προηγηθεί εισπνοή με β2-διεγέρτη.
Πρόληψη και αποφυγή αλλεργιογόνων
Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην αποφυγή των ουσιών που προκαλούν τις αλλεργικές αντιδράσεις και στην απομάκρυνση από χώρους με υψηλή συγκέντρωση αλλεργιογόνων.
«Υπάρχουν ασθενείς που παρουσιάζουν κάθε άνοιξη συμπτώματα αλλεργικής ρινίτιδας ή βρογχικού άσθματος. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι σημαντικό να ξεκινήσει η κατάλληλη αγωγή περίπου έναν μήνα πριν την έναρξη της εποχικής έξαρσης, ώστε να περιοριστεί ή και να προληφθεί η εκδήλωση των συμπτωμάτων», τονίζει ο κ. Γιαννακόπουλος.
«Σε κάθε περίπτωση εμφάνισης αλλεργικής συμπτωματολογίας, συστήνεται η έγκαιρη επίσκεψη σε ειδικό αλλεργιολόγο, ο οποίος θα προτείνει την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση», επισημαίνει.
Αντιμετώπιση και θεραπευτικές επιλογές
«Η άμεση ανακούφιση μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση αντιισταμινικών σκευασμάτων – συνήθως σε μορφή χαπιών με ελάχιστες παρενέργειες – ή με κορτιζονούχα ρινικά σπρέι, τα οποία είναι ασφαλή όταν χρησιμοποιούνται στη σωστή δοσολογία. Σε περιπτώσεις άσθματος, συνιστώνται εισπνεόμενα φάρμακα».
«Επιπλέον, διαθέτουμε πλέον τη μέθοδο της απευαισθητοποίησης, γνωστή και ως “εμβόλια αλλεργίας”. Μέσω αυτής της θεραπείας, ο ασθενής λαμβάνει σταδιακά μικρές δόσεις της πρωτεΐνης του αλλεργιογόνου – είτε με υποδόρια ένεση είτε υπογλώσσια. Στόχος είναι να “εκπαιδευτεί” το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να μην αντιδρά υπερβολικά στην ουσία αυτή», καταλήγει ο κ. Διονύσιος Γιαννακόπουλος.
Η πρόληψη και η εξειδικευμένη φροντίδα κάνουν τη διαφορά
Η αλλεργία αποτελεί μια από τις πιο συχνές παθήσεις του ανοσοποιητικού συστήματος, με αυξανόμενη συχνότητα λόγω και των περιβαλλοντικών αλλαγών. Η κατανόηση των αιτιών, η αναγνώριση των συμπτωμάτων και η επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης είναι βασικά βήματα για την αποτελεσματική διαχείριση της. Με τη σωστή πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη συνεπή παρακολούθηση, οι αλλεργικές παθήσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με επιτυχία, προσφέροντας καλύτερη ποιότητα ζωής στους πάσχοντες.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

