Οι έντονοι φόβοι μπορούν να έχουν βαθύ αντίκτυπο στην καθημερινότητα ενός ατόμου, σε σημείο που να διαταράσσουν πλήρως τη ρουτίνα και τη λειτουργικότητά του. Όταν αυτοί οι φόβοι εξελίσσονται σε φοβίες, συχνά παρεμποδίζουν ακόμη και απλές καθημερινές δραστηριότητες, επηρεάζοντας σημαντικά την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Τα άτομα που ζουν με φοβίες συχνά έχουν περιορισμένες ευκαιρίες εκπαίδευσης, δυσκολία στη δημιουργία επαγγελματικού και φιλικού δικτύου και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης άλλων ψυχικών διαταραχών.
Παρόλο που οι περισσότεροι πάσχοντες αναγνωρίζουν πως οι φόβοι τους δεν έχουν λογική βάση, η ιδέα και μόνο της έκθεσης στο αντικείμενο του φόβου προκαλεί έντονο άγχος. Συχνά συνοδεύονται από ντροπή, αίσθημα ανεπάρκειας και μειωμένη αυτοπεποίθηση. Έχουν δυσκολία να εξηγήσουν στους άλλους τις αντιδράσεις τους και συχνά δεν νιώθουν ελεύθεροι να ζήσουν όπως επιθυμούν.
Όπως εξηγεί η Ψυχολόγος MSc (CBT), κ. Ιωάννα Τζόβολου:
«Πολλοί άνθρωποι φοβούνται διάφορα πράγματα ή καταστάσεις. Η πλειονότητα αντιμετωπίζει τους φόβους τους επαρκώς ή ζει χωρίς αυτοί να αναστατώνουν τη ζωή τους. Ένα ποσοστό, όμως, αδυνατεί να τους διαχειριστεί, να τους περιορίσει ή να τους αποβάλλει και οργανώνει τη ζωή τους βάσει αυτών, δηλαδή με τρόπο που δεν θα χρειάζεται να τους αντιμετωπίζουν. Τότε παύουν να είναι φόβοι και γίνονται φοβίες, αποκτούν δηλαδή μια αγχώδη διαταραχή πολύ διαδεδομένης σε ανήλικες και ενήλικες.»
Οι φοβίες είναι πιο συχνές στις γυναίκες και συνήθως εμφανίζονται στην παιδική ηλικία ή την εφηβεία. Οι αιτίες τους ποικίλλουν — μπορεί να σχετίζονται με ένα τραυματικό γεγονός ή να προέρχονται από το οικογενειακό περιβάλλον, ακόμη και αν δεν υπάρχει γενετική προδιάθεση. Τα άτομα με φοβίες προσπαθούν να αποφεύγουν κάθε πιθανή έκθεση στο αντικείμενο ή την κατάσταση που τους προκαλεί φόβο, καθώς ακόμη και η σκέψη αυτής της έκθεσης προκαλεί έντονη δυσφορία ή πανικό.
Οι απλές φοβίες περιλαμβάνουν καταστάσεις όπως υψοφοβία, κυνοφοβία, κλειστοφοβία ή αεροφοβία. Αντίθετα, οι σύνθετες φοβίες —όπως η κοινωνική φοβία και η αγοραφοβία— έχουν βαθύτερες συνέπειες.
Το ακριβές ποσοστό εμφάνισης δεν είναι ξεκάθαρο, καθώς πολλοί δεν αναζητούν ποτέ βοήθεια. Σύμφωνα με έρευνες, περίπου 12% των ενηλίκων βιώνουν κάποια στιγμή έναν έντονο παράλογο φόβο, ποσοστό που αγγίζει το 19% στους εφήβους. Περίπου το 22% των πασχόντων εμφανίζουν έντονα συμπτώματα και όχι απλώς ήπιο άγχος.
Σύμφωνα με δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet, λιγότεροι από το 25% των ατόμων με ειδικές φοβίες ζητούν θεραπεία. Αυτό πιθανώς οφείλεται στο γεγονός ότι η αποφυγή της κατάστασης που προκαλεί φόβο μειώνει προσωρινά το άγχος. Όμως, για πολλούς, οι φοβίες γίνονται εξουθενωτικές και δυσχεραίνουν δραματικά την καθημερινότητα.
Ακόμη πιο επιβαρυντικές είναι οι κοινωνικές φοβίες. Τα άτομα που υποφέρουν από αυτές φοβούνται την έκθεση στην κοινωνία, την πιθανότητα αρνητικής αξιολόγησης και τη διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Οι κοινωνικές φοβίες είναι ικανές να επηρεάσουν κάθε πτυχή της ζωής: από τη σχολική επίδοση και τη φιλία, μέχρι τον γάμο, την τεκνοποίηση και τη σταδιοδρομία.
Η κ. Τζόβολου εξηγεί χαρακτηριστικά:
«Παρότι όλες οι φοβίες είναι βαρύνουσας σημασίας για τον ασθενή, η αγοραφοβία είναι η πιο οδυνηρή και περίπλοκη. Όσοι πάσχουν από αυτήν, φοβούνται μήπως πάθουν κρίση πανικού κάπου ή σε στιγμή που δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής ή που αυτή θα είναι δύσκολη. Δεν είναι δηλαδή απλώς ένας φόβος για τους ανοιχτούς χώρους, όπως πολλοί νομίζουν.»
Η αγοραφοβία μπορεί να οδηγήσει σε ακραία απομόνωση, εξάρτηση από συγγενικά ή οικεία πρόσωπα και χρήση αλκοόλ ή ουσιών σε μια προσπάθεια ανακούφισης. Συχνά συνυπάρχει με κρίσεις πανικού, κλειστοφοβία ή άλλες αγχώδεις διαταραχές. Γι’ αυτό η θεραπευτική παρέμβαση είναι απολύτως απαραίτητη.
Η θεραπεία προσαρμόζεται πάντα στον ασθενή. Για τις απλές φοβίες, η σταδιακή έκθεση (απευαισθητοποίηση) έχει εξαιρετικά αποτελέσματα. Οι σύνθετες φοβίες, από την άλλη, απαιτούν πιο σύνθετες προσεγγίσεις, όπως η συμβουλευτική, η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) ή η μακροπρόθεσμη ψυχοθεραπεία. Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν ως στόχο να εντοπίσουν τις σκέψεις που συντηρούν τον φόβο και να τις αντικαταστήσουν με πιο ρεαλιστικές και υποστηρικτικές.
«Η θεραπεία κάθε φοβίας είναι διαφορετική για κάθε θεραπευόμενο […] Με αποφασιστικότητα και τη σωστή υποστήριξη, όλοι μπορούν να απαλλαγούν από τις φοβίες τους και τελικά να χαρούν τη ζωή τους», καταλήγει η κ. Τζόβολου.
Οι φοβίες, είτε απλές είτε σύνθετες, αποτελούν μια πραγματική ψυχολογική πρόκληση που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής. Ωστόσο, η κατανόηση της φύσης τους και η αναζήτηση εξειδικευμένης υποστήριξης μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστική βελτίωση. Με την κατάλληλη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, οι φόβοι δεν χρειάζεται να ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Υπάρχει τρόπος να τους αντιμετωπίσει κανείς και να προχωρήσει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, ισορροπία και ελευθερία.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

