Η παχυσαρκία αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, επηρεάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους και αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών νοσημάτων. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Παχυσαρκίας, η επιστημονική κοινότητα στρέφει το ενδιαφέρον της όχι μόνο στην πρόληψη, αλλά και στις σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές που διαθέτει η ιατρική για την αντιμετώπισή της. Τα τελευταία χρόνια, η ανάπτυξη νέων φαρμάκων έχει δημιουργήσει αισιοδοξία, ενώ παράλληλα η μεταβολική χειρουργική εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της σοβαρής παχυσαρκίας. Το ερώτημα που τίθεται όλο και συχνότερα είναι ποια θεραπευτική επιλογή είναι κατάλληλη για κάθε ασθενή και ποια μπορεί να προσφέρει τα καλύτερα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.
Το ερώτημα «φάρμακα ή χειρουργείο» απασχολεί σήμερα εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, καθώς η παχυσαρκία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις δημόσιας υγείας στον σύγχρονο δυτικό κόσμο. Πλέον έχει αναγνωριστεί ως χρόνια και πολυπαραγοντική νόσος, η οποία σχετίζεται στενά με σοβαρές παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η υπέρταση, η υπνική άπνοια, η λιπώδης διήθηση του ήπατος, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, αλλά και με αυξημένη θνητότητα.
«Τα τελευταία χρόνια, τα νέα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας (π.χ. αγωνιστές GLP 1) έχουν αλλάξει σημαντικά τα δεδομένα. Ωστόσο, η μεταβολική/βαριατρική χειρουργική εξακολουθεί να υπερέχει σημαντικά και ξεκάθαρα, ειδικά στους ασθενείς με σοβαρή μορφή παχυσαρκίας», σημειώνει ο κ. Χαράλαμπος Σπυρόπουλος, Γενικός Χειρουργός, MD, PhD, FACS, Διευθυντής Κλινικής Ελάχιστα Επεμβατικής Χειρουργικής Πεπτικού Συστήματος / Παχυσαρκίας και Διαβήτη Metropolitan General, Διευθυντής Γ’ Χειρουργικής Κλινικής του παραπάνω νοσοκομείου, Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Χειρουργικής Εταιρίας Παχυσαρκίας (ΕΧΕΠ), και συνεχίζει παρουσιάζοντας τα πλεονεκτήματα και τους περιορισμούς κάθε θεραπευτικής προσέγγισης.
Οι γενιές των φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας και οι κίνδυνοι
Η πρώτη γενιά φαρμάκων για τη νοσογόνο παχυσαρκία εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1990 και περιλάμβανε διάφορα σκευάσματα όπως orlistat, sibutramin και rimonabant. Τα φάρμακα αυτά οδηγούσαν σε σχετικά μικρή απώλεια βάρους, μικρότερη του 5%, ενώ συνδέθηκαν με αρκετές και συχνά σοβαρές παρενέργειες, γεγονός που οδήγησε τελικά στην απόσυρση των περισσότερων.
Η σημαντική εξέλιξη στη φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας — η λεγόμενη δεύτερη γενιά φαρμακοθεραπείας — ήρθε με την ανάπτυξη των αγωνιστών του πεπτιδίου GLP-1 (glucagon-like peptide analogs). Οι ουσίες αυτές επιδρούν σε πολλαπλούς μηχανισμούς:
• επιβραδύνουν την κένωση του στομάχου
• μειώνουν την όρεξη
• συμβάλλουν στη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης
• μειώνουν το γλυκαγόνο
• αυξάνουν το αίσθημα κορεσμού και την παραγωγή ινσουλίνης.
Η χρήση τους έχει ενδείξεις κυρίως στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και στην παχυσαρκία. Μεταξύ των γνωστότερων εκπροσώπων αυτής της κατηγορίας συγκαταλέγονται τα exenatide, mysimba (με διαφορετικό μηχανισμό δράσης), liraglutide και semaglutide.
Παράλληλα, νέες και πολλά υποσχόμενες θεραπείες βρίσκονται υπό ανάπτυξη, όπως το bimagrumab, αλλά και νεότεροι διπλοί αγωνιστές (cagrisema, AMG-133, survodutide, pemvidutide) ή ακόμη και τριπλοί αγωνιστές (tirzepatide, retatrutide).
Τα φάρμακα αποτελούν ένα σημαντικό θεραπευτικό εργαλείο, κυρίως για άτομα με ηπιότερες μορφές παχυσαρκίας ή για ασθενείς που δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση. Παρ’ όλα αυτά, σε περιπτώσεις σοβαρής παχυσαρκίας και μεταβολικών επιπλοκών, η μεταβολική χειρουργική εξακολουθεί να θεωρείται η πιο αποτελεσματική θεραπευτική επιλογή.
Σε γενικές γραμμές, οι σύγχρονες φαρμακευτικές θεραπείες επιτυγχάνουν τα ακόλουθα ποσοστά απώλειας βάρους:
• Liraglutide: 8–11%
• Semaglutide: 15–16%
• Tirzepatide: 20–22%
• Retatrutide: 20–25%
Η μεταβολική χειρουργική έναντι των φαρμάκων
Γιατί η χειρουργική θεραπεία παραμένει η πιο ισχυρή επιλογή
1. Μεγαλύτερη και πιο σταθερή απώλεια βάρους
Η μεταβολική χειρουργική — όπως γαστρική παράκαμψη, γαστρεκτομή sleeve και χολοπαγκρεατική εκτροπή — οδηγεί συνήθως σε:
• απώλεια 35–45% του αρχικού σωματικού βάρους
• διατήρηση του μεγαλύτερου μέρους αυτής της απώλειας για πολλά χρόνια.
Αντίθετα, ακόμη και τα πιο σύγχρονα φάρμακα επιτυγχάνουν κατά μέσο όρο:
• απώλεια 10–18% του σωματικού βάρους
• ενώ υπάρχει σημαντικός κίνδυνος επαναπρόσληψης βάρους όταν μειώνεται η δόση ή διακόπτεται η θεραπεία.
Η χειρουργική παρέμβαση επιφέρει μόνιμες αλλαγές στην ανατομία και τη λειτουργία του γαστρεντερικού συστήματος, γεγονός που διευκολύνει τη μακροχρόνια διατήρηση της απώλειας βάρους, εφόσον ο ασθενής ακολουθεί έναν υγιεινό τρόπο ζωής και παρακολουθείται ιατρικά.
2. Ισχυρότερη μεταβολική δράση και βελτίωση συνοδών νοσημάτων
Η μεταβολική χειρουργική δεν περιορίζεται απλώς στη μείωση του στομάχου, αλλά επηρεάζει συνολικά τη μεταβολική ρύθμιση του οργανισμού.
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2
Μελέτες έχουν δείξει ύφεση ή σημαντική βελτίωση του διαβήτη σε ποσοστό που μπορεί να φτάνει το 60–80%, ανάλογα με τον τύπο επέμβασης και το προφίλ του ασθενούς. Συχνά, η ρύθμιση του σακχάρου επιτυγχάνεται ακόμη και πριν από τη σημαντική απώλεια βάρους, λόγω ορμονικών αλλαγών.
Υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, υπνική άπνοια και λιπώδης νόσος ήπατος
Η βαριατρική χειρουργική μπορεί να οδηγήσει σε:
• μείωση ή και διακοπή αντιυπερτασικών και υπολιπιδαιμικών φαρμάκων
• βελτίωση της υπνικής άπνοιας και μειωμένη ανάγκη χρήσης CPAP
• μείωση του ηπατικού λίπους και του κινδύνου εξέλιξης σε κίρρωση.
Αν και τα φάρμακα βοηθούν στην απώλεια βάρους και στη βελτίωση των συνοδών νοσημάτων, η έκταση και η διάρκεια αυτής της βελτίωσης είναι συνήθως μικρότερη σε σύγκριση με τη χειρουργική θεραπεία.
3. Μακροπρόθεσμη μείωση θνητότητας και καρδιαγγειακού κινδύνου
Μεγάλες μακροχρόνιες μελέτες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταβολική χειρουργική:
• έχουν μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής
• εμφανίζουν μικρότερο κίνδυνο για:
– έμφραγμα του μυοκαρδίου
– αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
– ορισμένες μορφές καρκίνου
– επιπλοκές του διαβήτη (νεφροπάθεια, αμφιβληστροειδοπάθεια, νευροπάθεια).
Για τα νεότερα φάρμακα υπάρχουν ενθαρρυντικά δεδομένα για καρδιοπροστατευτική δράση, ωστόσο δεν διαθέτουμε ακόμη το ίδιο εύρος μακροχρόνιων στοιχείων που υπάρχει για τη χειρουργική θεραπεία.
4. Εφάπαξ παρέμβαση έναντι μακροχρόνιας φαρμακευτικής εξάρτησης
Η μεταβολική χειρουργική αποτελεί μία θεραπευτική παρέμβαση (one-shot therapy) με μόνιμη επίδραση στη λειτουργία του στομάχου και του λεπτού εντέρου. Παρότι απαιτεί μακροχρόνια ιατρική παρακολούθηση και συχνά λήψη συμπληρωμάτων βιταμινών και ιχνοστοιχείων, δεν συνεπάγεται συνεχή λήψη ισχυρών και συχνά ακριβών φαρμάκων.
Αντίθετα, η φαρμακευτική θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να διατηρηθεί η απώλεια βάρους, ενώ η διακοπή της συχνά συνοδεύεται από επαναπρόσληψη βάρους, πολλές φορές μεγαλύτερη από το αρχικό.
5. Ορμονικές και νευροενδοκρινικές αλλαγές
Η χειρουργική επέμβαση προκαλεί σημαντικές αλλαγές στην έκκριση εντερικών ορμονών όπως:
• GLP-1
• PYY
• γκρελίνη
Οι αλλαγές αυτές μειώνουν την πείνα, αυξάνουν το αίσθημα κορεσμού και βελτιώνουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Έτσι, ο ασθενής δεν χρειάζεται να παλεύει διαρκώς με το αίσθημα της πείνας, όπως συμβαίνει συχνά στις υποθερμιδικές δίαιτες.
Τα σύγχρονα φάρμακα μιμούνται ορισμένους από αυτούς τους μηχανισμούς, αλλά η συνολική ορμονική αναδιαμόρφωση που προκαλείται χειρουργικά παραμένει πιο εκτεταμένη.
6. Οικονομική διάσταση
Παρότι η μεταβολική χειρουργική έχει υψηλότερο αρχικό κόστος, μελέτες έχουν δείξει ότι σε βάθος 5–10 ετών μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά συμφέρουσα λόγω:
• μείωσης του κόστους φαρμάκων για διαβήτη, υπέρταση και υπερλιπιδαιμία
• λιγότερων νοσηλειών και επεμβάσεων λόγω επιπλοκών της παχυσαρκίας.
Τα φάρμακα, αντίθετα, συνεπάγονται συνεχή οικονομική επιβάρυνση.
7. Βελτίωση ποιότητας ζωής
Μετά τη μεταβολική χειρουργική, οι ασθενείς παρουσιάζουν:
• σημαντική αύξηση της κινητικότητας και της αντοχής
• βελτίωση της διάθεσης και της αυτοεκτίμησης
• καλύτερη κοινωνική ζωή.
Η απώλεια βάρους μειώνει επίσης τον πόνο στις αρθρώσεις, τη δύσπνοια και την εύκολη κόπωση, ενώ στις γυναίκες συχνά παρατηρείται βελτίωση της γονιμότητας και των διαταραχών του κύκλου.
8. Πότε αποτελεί θεραπεία εκλογής
Σύμφωνα με τις σύγχρονες διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, η χειρουργική αντιμετώπιση συνιστάται όταν:
• ο Δείκτης Μάζας Σώματος (BMI) είναι ≥35 kg/m²
• ή ≥30 kg/m² με συνοδά νοσήματα (διαβήτης, υπέρταση, υπνική άπνοια κ.ά.)
• έχουν αποτύχει συντηρητικές προσπάθειες (δίαιτα, άσκηση, φάρμακα)
• ο διαβήτης τύπου 2 παραμένει αρρύθμιστος παρά την εντατική θεραπεία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χειρουργική παρέμβαση προσφέρει μεγαλύτερη πιθανότητα:
• σημαντικής και διατηρήσιμης απώλειας βάρους
• ύφεσης των συνοδών νοσημάτων
• μείωσης της θνητότητας.
9. Φάρμακα και χειρουργική: συμπληρωματικές επιλογές
Τα φάρμακα και η χειρουργική θεραπεία δεν είναι ανταγωνιστικές, αλλά συμπληρωματικές επιλογές.
Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να χρησιμοποιηθεί:
• προεγχειρητικά, για μείωση του χειρουργικού κινδύνου
• μετεγχειρητικά, σε περιπτώσεις επαναπρόσληψης βάρους
• σε ασθενείς που δεν πληρούν τα κριτήρια ή δεν επιθυμούν χειρουργική θεραπεία.
«Συμπερασματικά, η φαρμακοθεραπεία συμπληρώνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη μεταβολική/βαριατρική χειρουργική και ο γιατρός είναι ο αρμόδιος ειδικός που θα επιλέξει τη συγκεκριμένη θεραπεία για τον κατάλληλο ασθενή.
Το πιο σημαντικό, είναι να αντιμετωπιστεί νωρίς η νοσογόνος παχυσαρκία, ώστε ο ασθενής να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να θεραπευτεί από τα συνοδά νοσήματα, να πετύχει τη μέγιστη απώλεια βάρους, να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου και προπαντός να αυξήσει το προσδόκιμο ζωής. Όλες οι μελέτες υποδεικνύουν πως η μεταβολική χειρουργική προσφέρει μεγαλύτερη, ταχύτερη και πιο σταθερή απώλεια βάρους, οδηγεί σε υψηλά ποσοστά ύφεσης διαβήτη και άλλων συνοδών νοσημάτων, μειώνει αποδεδειγμένα τη θνητότητα και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε βάθος χρόνου, περιορίζοντας την ανάγκη μακροχρόνιας λήψης πολλών φαρμάκων», καταλήγει ο κ. Σπυρόπουλος.
Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας απαιτεί μια ολοκληρωμένη και εξατομικευμένη προσέγγιση, που συνδυάζει την ιατρική καθοδήγηση, τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και, όπου χρειάζεται, τη φαρμακευτική ή χειρουργική θεραπεία. Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών και να βελτιώσει ουσιαστικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Για τον λόγο αυτό, η ενημέρωση του κοινού και η συνεργασία με εξειδικευμένους ιατρούς αποτελούν βασικά βήματα, ώστε κάθε ασθενής να λάβει την κατάλληλη θεραπευτική καθοδήγηση και να επιτύχει μια πιο υγιή και μακροχρόνια ζωή.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

