Η διόρθωση των διαθλαστικών σφαλμάτων της όρασης έχει κάνει άλματα τα τελευταία χρόνια, προσφέροντας λύσεις που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητες. Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι ασθενείς κατάλληλοι για επεμβάσεις με λέιζερ, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό ποσοστό να αναζητά εναλλακτικές επιλογές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι φακικοί ενδοφακοί ICL έρχονται να καλύψουν το κενό, αποτελώντας μια σύγχρονη, ασφαλή και ιδιαίτερα αποτελεσματική λύση για την αντιμετώπιση της υψηλής μυωπίας και άλλων διαθλαστικών προβλημάτων.
«Η τοποθέτηση φακικών ενδοφακών ICL είναι κατάλληλη για ανθρώπους με υψηλό διαθλαστικό σφάλμα (συνήθως μεγάλες μυωπίες ή μυωπικούς αστιγματισμούς, αλλά και υπερμετρωπίες). Αποτελούν επίσης εξαιρετική επιλογή σε περιπτώσεις ασθενών με κερατόκωνο. Υποψήφιοι είναι συνήθως εκείνοι οι ασθενείς οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε προεγχειρητικό έλεγχο για διόρθωση με laser, αλλά έχουν κριθεί ακατάλληλοι για μεθόδους LASIK, PRK ή SMILE», αναφέρει ο Δρ Κωνσταντίνος X. Καραμπάτσας, Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Αν. Καθηγητής Οφθαλμολογίας Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, Διδάκτωρ και Λέκτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Bristol, στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι φακικοί ενδοφακοί ICL είναι τεχνητοί φακοί λεπτού πάχους και μεγάλης ευκαμψίας, με χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα των φακών επαφής. Δεν τοποθετούνται εξωτερικά στο μάτι, αλλά εμφυτεύονται στο εσωτερικό του, μεταξύ της ίριδας (του έγχρωμου τμήματος του οφθαλμού) και του φυσικού φακού.
Κατασκευάζονται από ειδικό βιοπολυμερές υλικό που περιέχει κολλαγόνο, γεγονός που τους καθιστά απόλυτα βιοσυμβατούς και υδρόφιλους. Οι ιδιότητες αυτές επιτρέπουν την ομαλή διέλευση αερίων και θρεπτικών ουσιών, συμβάλλοντας στη διατήρηση της υγείας του οφθαλμού.
Οι νεότερης γενιάς ενδοφακοί ICL διαθέτουν επιπλέον μια πολύ μικρή οπή στο κέντρο τους, ώστε να διευκολύνεται η φυσιολογική κυκλοφορία του υδατοειδούς υγρού μέσα στο μάτι.
Η τοποθέτησή τους πραγματοποιείται με μικροχειρουργική τεχνική, χρησιμοποιώντας μόνο ειδικά κολλύρια για τοπική αναισθησία, χωρίς την ανάγκη ενέσεων ή καταστολής. Μέσω μιας πολύ μικρής τομής, περίπου 2,5 χιλιοστών, ο ενδοφακός εισάγεται πίσω από την ίριδα. Δεν απαιτούνται ράμματα, καθώς η τομή είναι ελάχιστη και επουλώνεται γρήγορα από μόνη της. Η διαδικασία διαρκεί συνήθως λιγότερο από 40 λεπτά και για τα δύο μάτια, ενώ συχνά πραγματοποιείται ταυτόχρονα και στα δύο.
Η βελτίωση της όρασης γίνεται αισθητή ήδη από το πρώτο 24ωρο μετά την επέμβαση, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται άμεσα. Σε ορισμένους ασθενείς, η όραση συνεχίζει να βελτιώνεται σταδιακά για λίγες ημέρες. Μελέτες δείχνουν ότι περισσότερο από το 95% των ατόμων που υποβάλλονται σε εμφύτευση φακικών ενδοφακών ICL δηλώνουν ικανοποιημένοι ή πολύ ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα.
«Τα πλεονεκτήματα των φακικών ενδοφακών ICL είναι πολλά και σημαντικά. Κατ’ αρχάς, ο φυσικός φακός του ματιού δεν διαταράσσεται και έτσι οι νεότεροι ασθενείς (ηλικίες 40 ετών και κάτω) διατηρούν μετά την επέμβαση την ικανότητα της προσαρμογής, να διαβάζουν δηλαδή χωρίς γυαλιά. Δεν διαταράσσεται επίσης ο κεντρικός κερατοειδής χιτώνας, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει κατά τις παραδοσιακές επεμβάσεις μυωπίας με λέιζερ, όπου σμιλεύεται το σχήμα του», αναφέρει ο Δρ Καραμπάτσας.
Επιπλέον, οι ενδοφακοί αυτοί διορθώνουν αποτελεσματικά τη μυωπία ακόμη και σε υψηλούς βαθμούς, καθώς και τον αστιγματισμό και την υπερμετρωπία, μειώνοντας ή και εξαλείφοντας την ανάγκη για γυαλιά ή φακούς επαφής.
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό πλεονέκτημα είναι ότι η διαδικασία είναι αναστρέψιμη, καθώς δεν αλλοιώνει τις φυσικές δομές του οφθαλμού. Σε περίπτωση που χρειαστεί, οι ενδοφακοί μπορούν να αφαιρεθούν με σχετικά απλή επέμβαση. Παράλληλα, το αποτέλεσμα της διόρθωσης μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και εφ’ όρου ζωής. Επιπρόσθετα, προσφέρουν πολύ καλή ποιότητα νυχτερινής όρασης και διαθέτουν φίλτρο προστασίας από την υπεριώδη ακτινοβολία (UV).
«Όσο αποτελεσματικοί και αν είναι οι φακικοί ενδοφακοί ICL, δεν είναι κατάλληλοι για όλους τους ανθρώπους με υψηλή μυωπία και άλλα διαθλαστικά σφάλματα της όρασης. Η επιλογή των κατάλληλων υποψηφίων γίνεται εξατομικευμένα με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Πρέπει π.χ. να έχουν σταθερή όραση για τουλάχιστον ένα έτος και να έχουν ηλικία μεταξύ 22 και 50 ετών.
Επιπρόσθετα, διενεργούνται ειδικές οφθαλμολογικές εξετάσεις για να εξακριβωθεί εάν το μάτι πληροί ορισμένα κριτήρια όσον αφορά το σχήμα, τη γωνία και το βάθος του προσθίου θαλάμου. Η γωνία του προσθίου θαλάμου είναι η γωνία ανάμεσα στον επιφανειακό κερατοειδή χιτώνα και την ίριδα του ματιού. Το μέγεθός της επηρεάζει την ταχύτητα παροχέτευσης του υδατοειδούς υγρού», επισημαίνει ο Δρ Καραμπάτσας.
Όπως συμβαίνει με κάθε χειρουργική πράξη, έτσι και η εμφύτευση φακικών ενδοφακών ICL συνοδεύεται από ορισμένους κινδύνους. Ο σημαντικότερος είναι η πιθανότητα εμφάνισης θόλωσης στον φυσικό φακό του ματιού, δηλαδή καταρράκτη. Σύμφωνα με μελέτες, η πιθανότητα αυτή παραμένει χαμηλή, κάτω από 3%, και συνήθως εκδηλώνεται μέσα στα πρώτα πέντε χρόνια μετά την επέμβαση.
«Ο καταρράκτης ούτως ή άλλως εμφανίζεται καθώς μεγαλώνουμε. Ο κίνδυνος ίσως αυξάνεται λίγο στους ανθρώπους που έχουν ηλικία άνω των 40 ετών όταν γίνεται η τοποθέτηση των φακικών ενδοφακών ICL. Το ίδιο και σε άτομα με μυωπία πάνω από 12 διοπτρίες (βαθμούς) ή με μικρή απόσταση μεταξύ κερατοειδούς χιτώνα και φακού. Ωστόσο ο κίνδυνος αυτός είναι πολύ μικρός. Μελέτη που διήρκησε 14 χρόνια (και μάλιστα με τα προηγούμενα μοντέλα ICL) έδειξε ότι στο 2,7% των ματιών στα οποία είχε τοποθετηθεί ενδοφακός ICL, χρειάσθηκε να αφαιρεθεί λόγω του καταρράκτη. Στην σπανιότατη αυτή περίπτωση ο φακός αντικαθιστάται από άλλον, μετά τον καθαρισμό του καταρράκτη», αναφέρει ο ειδικός.
Τέλος, όπως ισχύει για κάθε επέμβαση στον οφθαλμό, υπάρχει ένας πολύ μικρός κίνδυνος επιπλοκών, όπως μόλυνση ή αιμορραγία.
«Περισσότερο από ένα εκατομμύριο φακικοί ενδοφακοί ICL έχουν τοποθετηθεί παγκοσμίως σε πάνω από 500.000 ανθρώπους, με μεγάλη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων. Η προσεκτική επιλογή των κατάλληλων ασθενών και η εξειδίκευση και ικανότητα του χειρουργού οφθαλμιάτρου που εκτελεί την επέμβαση, μπορούν να παράσχουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα», καταλήγει ο Δρ Καραμπάτσας.
Οι φακικοί ενδοφακοί ICL αποτελούν μια προηγμένη λύση για τη διόρθωση της όρασης, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου άλλες μέθοδοι δεν ενδείκνυνται. Η σωστή επιλογή των υποψηφίων, σε συνδυασμό με την εμπειρία του εξειδικευμένου οφθαλμιάτρου, είναι καθοριστικής σημασίας για την ασφάλεια και την επιτυχία της επέμβασης. Σε κάθε περίπτωση, η εξατομικευμένη αξιολόγηση και η πλήρης ενημέρωση του ασθενούς αποτελούν το «κλειδί» για τη λήψη της κατάλληλης απόφασης και την επίτευξη του καλύτερου δυνατού οπτικού αποτελέσματος.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

