Η άσκηση αποτελεί βασικό μέσο θεραπείας για την οστεοαρθρίτιδα του γόνατος, καθώς πολυάριθμες μελέτες έχουν αποδείξει ότι συμβάλλει στη μείωση του πόνου και μπορεί να καθυστερήσει την ανάγκη χειρουργικής αντιμετώπισης, όπως η αρθροπλαστική. Το ερώτημα που προκύπτει, όμως, είναι αν όλα τα είδη άσκησης έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα.
Η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι κάθε μορφή άσκησης δρα με διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, η αερόβια άσκηση βοηθά στον έλεγχο του σωματικού βάρους, ενισχύει τους μυς και βελτιώνει τη σωματική λειτουργία, μειώνοντας τον πόνο. Από την άλλη, οι ασκήσεις ενδυνάμωσης αυξάνουν τη δύναμη και την αντοχή των μυών, οδηγώντας σε μείωση των συμπτωμάτων.
Τα τελευταία χρόνια έχουν ενταχθεί στη Δύση και εναλλακτικές μέθοδοι άσκησης από την Ανατολή, όπως η γιόγκα, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί για τη συμβολή τους όχι μόνο στη βελτίωση των συμπτωμάτων αλλά και στην ψυχολογία των ασθενών.
Τι δείχνουν οι μελέτες
Η επιστημονική κοινότητα εστιάζει όλο και περισσότερο στη σύγκριση διαφορετικών μορφών άσκησης, προκειμένου να καταγραφούν τα πλεονεκτήματα της καθεμιάς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρώτη μελέτη παγκοσμίως που συνέκρινε τη γιόγκα με τις ασκήσεις ενδυνάμωσης και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι και οι δύο μειώνουν τον πόνο – βασικό σύμπτωμα της νόσου – με τη γιόγκα να υπερτερεί σε ορισμένα επιμέρους σημεία.
«Η οστεοαρθρίτιδα του γόνατος είναι μια χρόνια εκφυλιστική ασθένεια. Οι γενετικές μεταλλάξεις, η παχυσαρκία, ο τραυματισμός, η υπερφόρτωση, η ύπαρξη φλεγμονής, μεταβολικοί παράγοντες, ορμονικές αλλαγές και η γήρανση παίζουν κύριο ρόλο στην εμφάνιση και επιδείνωσή της. Η πάθηση μπορεί να βλάψει οποιονδήποτε ιστό της άρθρωσης, αλλά κυρίως προκαλεί καταστροφή χόνδρου, αλλοίωση του υποχόνδριου οστού και φλεγμονή του αρθρικού υμένα.
Οι ασθενείς συνήθως εμφανίζουν συμπτώματα που διαταράσσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Τα κυριότερα είναι ο πόνος, η δυσκαμψία, η μειωμένη κινητικότητα και η μυϊκή αδυναμία», εξηγεί ο Χειρουργός Ορθοπεδικός, επικεφαλής του Τμήματος Επανορθωτικής & Ελάχιστα Επεμβατικής Χειρουργικής Ισχίου – Γόνατος της Osteon Orthopedic & Spine Clinic Δρ Βασίλειος Σακελλαρίου.
Ο ίδιος προσθέτει: «Ο πόνος εμφανίζεται αρχικά κατά τη φόρτιση, αλλά καθώς η οστεοαρθρίτιδα επιδεινώνεται η άρθρωση πονά και σε κατάσταση ηρεμίας. Λόγω αυτού, οι ασθενείς σταματούν τις αθλητικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες, φοβούνται να κάμψουν και να εκτείνουν την άρθρωση και σταδιακά αναπτύσσουν διαταραχές κινητικότητας, οι οποίες μειώνουν την ποιότητα ζωής τους και δύνανται να οδηγήσουν ακόμη και σε σωματική αναπηρία.
Η δυσκαμψία είναι άλλο ένα σύμπτωμα της πάθησης, το οποίο συνήθως εμφανίζεται αμέσως μετά το ξύπνημα και διαρκεί λιγότερο από 30 λεπτά. Πρόκειται για ένα αντισταθμιστικό φαινόμενο της αστάθειας της άρθρωσης, η οποία οδηγεί σε μειωμένο εύρος κίνησης. Άλλο ένα χαρακτηριστικό είναι η μυϊκή αδυναμία, η οποία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εξέλιξη της οστεοαρθρίτιδας στο γόνατο.
Ο πρωταρχικός θεραπευτικός στόχος είναι η καθυστέρηση της εκφύλισης, η μείωση των συμπτωμάτων και η μεγιστοποίηση της λειτουργίας της άρθρωσης. Η φαρμακοθεραπεία, η φυσικοθεραπεία και η χειρουργική επέμβαση είναι τα διαθέσιμα μέσα για την επίτευξή του».
Η συμβολή της άσκησης
Η συστηματική άσκηση μπορεί να αναστείλει τη φλεγμονή, να προστατεύσει τον χόνδρο και το υποχόνδριο οστό, να βελτιώσει τον πόνο και τη δυσκαμψία, ενώ παράλληλα ενισχύει τη μυϊκή δύναμη και την ψυχική ευεξία. Όλα τα είδη άσκησης έχουν θετική δράση, αλλά κάθε μορφή διαθέτει και συγκεκριμένα θεραπευτικά οφέλη.
Οι ασκήσεις ενδυνάμωσης αυξάνουν τη σταθερότητα του γόνατος και μειώνουν τον πόνο που προκαλεί η μηχανική καταπόνηση. Η γιόγκα, αντίθετα, συνδυάζει σωματικές στάσεις, τεχνικές αναπνοής και ενσυνειδητότητα, μειώνοντας τον πόνο μέσω βελτίωσης της ευλυγισίας, μείωσης του στρες και ενίσχυσης της σύνδεσης σώματος και νου.
Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network Open έδειξε ότι και οι δύο μέθοδοι μειώνουν τον πόνο, με τη γιόγκα να υπερτερεί στη λειτουργικότητα, την ακαμψία, την ποιότητα ζωής και τη διαχείριση της κατάθλιψης.
Άλλες θεραπευτικές επιλογές
Ο Δρ Σακελλαρίου επισημαίνει: «Η προσήλωση στην άσκηση δεν είναι πάντα εύκολη, ούτε αγαπούν όλοι οι άνθρωποι τις ασκήσεις ενδυνάμωσης ή την αεροβική. Η μελέτη αυτή προσφέρει μια εναλλακτική λύση ως προς το είδος της άσκησης που μπορεί να επιλεγεί, ώστε να συνεχίσουν να προσπαθούν οι ασθενείς για την ύφεση των συμπτωμάτων της οστεοαρθρίτιδας γόνατος.
Για όσους η άσκηση δεν αρκεί, η φαρμακοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει. Η συντηρητική αυτή επιλογή ενδείκνυται, ωστόσο, όσο η πάθηση βρίσκεται σε αρχικά στάδια. Περιλαμβάνει τη λήψη αναλγητικών και ήπιων αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, αλλά και ενέσεις με υαλουρονικό οξύ ή κοκτέιλ κορτικοστεροειδών και αναισθητικών, που στοχεύουν στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και όχι στην αιτία».
Σε προχωρημένα στάδια, η χειρουργική αποκατάσταση αποτελεί τη μόνη λύση για την εξάλειψη των συμπτωμάτων. Η οστεοτομία, η μονοδιαμερισματική αρθροπλαστική και η ολική αρθροπλαστική πραγματοποιούνται πλέον με ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές, που μειώνουν το χειρουργικό τραύμα, περιορίζουν σχεδόν πλήρως την ανάγκη για μεταγγίσεις, μειώνουν τον χρόνο νοσηλείας και επιτρέπουν ταχύτερη επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες.
«Πολύ μεγάλο ποσοστό ασθενών καταφέρνει με την άσκηση και τον έλεγχο του σωματικού βάρους να αποφύγει το χειρουργείο και να ζήσει μια ποιοτική ζωή για πολλά χρόνια», καταλήγει ο Δρ Σακελλαρίου.
Συμπέρασμα
Η οστεοαρθρίτιδα του γόνατος αποτελεί μια χρόνια πάθηση που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα, ωστόσο η σωστή άσκηση μπορεί να καθυστερήσει την εξέλιξή της και να μειώσει αισθητά τα συμπτώματα. Είτε πρόκειται για αερόβια δραστηριότητα, ασκήσεις ενδυνάμωσης ή γιόγκα, κάθε μορφή άσκησης προσφέρει τα δικά της οφέλη, αρκεί να επιλέγεται με βάση τις ανάγκες και τις δυνατότητες του ασθενούς. Ο συνδυασμός τακτικής σωματικής δραστηριότητας, σωστής καθοδήγησης από τον γιατρό και υγιεινού τρόπου ζωής μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερη ποιότητα ζωής και να μειώσει την πιθανότητα ανάγκης χειρουργικής επέμβασης.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

