Η δυσανεξία στη λακτόζη επηρεάζει σημαντικό ποσοστό του ενήλικου πληθυσμού, με εκτιμήσεις να αναφέρουν ότι περίπου το 65% των ανθρώπων εμφανίζουν μειωμένη ικανότητα πέψης της λακτόζης μετά τη βρεφική ηλικία.
Όπως επισημαίνει ο κ. Κάρολος Παπαλαζάρου, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος και Συνεργάτης του Metropolitan Hospital, «η δυσανεξία στη λακτόζη δεν είναι το ίδιο με την αλλεργία στο γάλα. Πρόκειται για μια πεπτική ενόχληση και όχι για ανοσολογική αντίδραση. Έτσι, πολλοί δυσανεκτικοί μπορούν να καταναλώσουν μικρές ποσότητες γαλακτοκομικών χωρίς συμπτώματα».
Ποια είναι τα συνήθη συμπτώματα;
Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως 30 λεπτά έως δύο ώρες μετά την κατανάλωση τροφών με λακτόζη και περιλαμβάνουν:
-
Φούσκωμα
-
Πόνο ή κράμπες στην κοιλιά
-
Αέρια
-
Διάρροια
-
Ναυτία
-
Πιο σπάνια: ημικρανίες ή δερματικά προβλήματα όπως ακμή
Πού συναντάται η λακτόζη;
Η λακτόζη είναι ένας φυσικός δισακχαρίτης που εντοπίζεται στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Για την πέψη της απαιτείται η παρουσία του ενζύμου λακτάση στο λεπτό έντερο.
Τι προκαλεί τη μειωμένη παραγωγή λακτάσης;
-
Γενετικοί παράγοντες
Σε κάποιες περιπτώσεις, η δυσανεξία είναι κληρονομική και εκδηλώνεται από την εφηβεία ή νωρίτερα, ανάλογα με τον γενετικό τύπο και τη γεωγραφική ή εθνολογική καταγωγή. -
Ηλικιακή μείωση
Με την πάροδο του χρόνου, η παραγωγή λακτάσης φθίνει, και άτομα που δεν είχαν πρόβλημα στο παρελθόν, αρχίζουν να εμφανίζουν δυσανεξία. -
Παθολογικές καταστάσεις
Όπως εξηγεί ο κ. Παπαλαζάρου, χειρουργικές επεμβάσεις, τραυματισμοί, λοιμώξεις (π.χ. γαστρεντερίτιδα), φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου (νόσος του Crohn, ελκώδης κολίτιδα), κοιλιοκάκη, ακόμα και η λήψη αντιβιοτικών μπορεί να προκαλέσουν δευτεροπαθή δυσανεξία στη λακτόζη. -
Στρες
Το χρόνιο άγχος επηρεάζει την εντερική λειτουργία και τη χλωρίδα, συμβάλλοντας στη μείωση της παραγωγής λακτάσης.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση βασίζεται στο ιατρικό ιστορικό, στην εκτίμηση των συμπτωμάτων, στη δοκιμαστική διατροφή χωρίς λακτόζη, καθώς και σε ειδικές εξετάσεις όπως το τεστ αναπνοής υδρογόνου.
Υπάρχει θεραπεία;
Μόνιμη θεραπεία για την αποκατάσταση της παραγωγής λακτάσης δεν υπάρχει. Ωστόσο, με κατάλληλη διατροφή και συμπληρωματική υποστήριξη, τα συμπτώματα μπορούν να περιοριστούν ή και να εξαλειφθούν.
Ποιες διατροφικές αλλαγές είναι απαραίτητες;
Η βασική στρατηγική είναι η προσαρμογή της διατροφής ώστε να αποφεύγονται ή να περιορίζονται:
-
Γάλα, γιαούρτι, κρέμες
-
Τυρί και προϊόντα που περιέχουν τυρόπηγμα ή ορό γάλακτος
-
Συσκευασμένα τρόφιμα που περιέχουν γαλακτοκομικά υποπροϊόντα
Η καλή είδηση είναι ότι πλέον διατίθενται στην αγορά πολλά προϊόντα χωρίς λακτόζη (Lactose-Free), επιτρέποντας στους δυσανεκτικούς να συνεχίσουν να καταναλώνουν γάλα, τυρί και γιαούρτι χωρίς ενοχλήσεις.
Πέντε χρήσιμες πρακτικές συμβουλές από τον ειδικό
-
Προτιμήστε ζυμωμένα γαλακτοκομικά
«Σε ήπιες περιπτώσεις, τα προϊόντα ζύμωσης όπως το κεφίρ μπορούν να βοηθήσουν στην πέψη της λακτόζης, ενώ προσφέρουν επιπλέον διατροφικά οφέλη, όπως βιταμίνες του συμπλέγματος Β και βιταμίνη Κ», αναφέρει ο κ. Παπαλαζάρου. -
Δοκιμάστε κατσικίσιο γάλα
Έχει χαμηλότερη περιεκτικότητα σε λακτόζη και συχνά είναι πιο εύπεπτο, χωρίς να υστερεί σε θρεπτικά συστατικά όπως ασβέστιο, κάλιο και βιοτίνη. -
Λαμβάνετε ένζυμα λακτάσης σε μορφή συμπληρώματος
Η λήψη πεπτικών ενζύμων πριν την κατανάλωση γαλακτοκομικών μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην αποφυγή συμπτωμάτων. -
Ενισχύστε το μικροβίωμα με προβιοτικά
Τα προβιοτικά από γιαούρτια, κεφίρ ή ζυμωμένα τρόφιμα μπορούν να ενισχύσουν την εντερική υγεία και να βοηθήσουν έμμεσα στην πέψη της λακτόζης. -
Ενσωματώστε τροφές πλούσιες σε βιταμίνη Κ
Πράσινα φυλλώδη λαχανικά, μπρόκολο, αγγουράκια, κρεμμύδια, λάχανο και φυσικά το κεφίρ, συμβάλλουν στην ισορροπία του εντέρου και καλύπτουν τυχόν διατροφικά κενά.
Συμπέρασμα
Η δυσανεξία στη λακτόζη, αν και συχνή, δεν σημαίνει αποκλεισμό ολόκληρης της διατροφικής ομάδας των γαλακτοκομικών. Με κατάλληλη ενημέρωση, σωστή διαχείριση και καθοδήγηση από ειδικό διατροφολόγο, οι δυσανεκτικοί μπορούν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν μια ισορροπημένη και πλήρη διατροφή, χωρίς δυσάρεστα συμπτώματα.
Επιμέλεια: Ευγένιος Γκράουρ

